Περί αρχαίων ταφικών μνημείων – η επί αιώνες βεβήλωση τους και οι επιπτώσεις της ανύπαρκτης, για πάνω από 1500 έτη, λατρείας των καταχθόνιων Δαιμόνων


Μετά την Ανταλκίδειο ή Βασίλειο ειρήνη του 386πΧ., την οποία οι ελληνικές πόλεις υπέγραψαν υπό την κηδεμονία του εχθρού που είχαν συντρίψει ένα αιώνα πριν, του βασιλιά των Περσών, η Σπάρτη διατηρούσε την μύχια επιθυμία να βρει την ευκαιρία να καταλάβει την πόλη των Θηβών. Η ευκαιρία αυτή της δόθηκε αιφνιδιαστικά το 382π.Χ., όταν κατά την πορεία ενός εκστρατευτικού σώματος Λακεδαιμονίων προς την Όλυνθο με επικεφαλής το Φοιβίδα οι ολιγαρχικοί της Θήβας προσφέρθηκαν να τους παραδώσουν προδοτικά την ακρόπολη της πόλης, την Καδμεία, με αντάλλαγμα την επιβολή ολιγαρχικού καθεστώτος στη Θήβα. Οι Φοιβίδας άδραξε την ευκαιρία και κατέλαβε την ακρόπολη, χωρίς όμως προηγουμένως να λάβει την επίσημη άδεια των αρχών της Σπάρτης. Οι Σπαρτιάτες βρέθηκαν τότε σε ένα δίλημμα : η πράξη του Φοιβίδα ήταν παράνομη και από την άποψη ότι δεν είχε λάβει τη σχετική εξουσιοδότηση και από την άποψη ότι είχε επιτεθεί σε μια πόλη εν καιρώ ειρήνης. Από την άλλη όμως την ικανοποιούσε η ιδέα της άκοπης καταλήψεως των Θηβών. Η Σπάρτη τιμώρησε με βαρύτατο πρόστιμο τον Φοίβιδα, αλλά διατήρησαν και ενίσχυσαν την φρουρά τους στην Καδμεία.

Οι ολιγαρχικοί που παρέδωσαν την πόλη στη Σπάρτη επέβαλαν καθεστώς τρόμου και διώξεων, με αποτέλεσμα την εξορία πολλών Θηβαίων, οι οποίοι κατέφυγαν στην Αθήνα. Εκεί οργάνωσαν το 379πΧ. μια συνωμοσία σε συνεννόηση με τους ομόφρονες τους που είχαν παραμείνει στη Θήβα, η οποία κατέληξε στη μυστική επιστροφή των φυγάδων με επικεφαλής των Πελοπίδα, την ανατροπή των ολιγαρχικών και την αποχώρηση των Σπαρτιατών.

Ο Πλούταρχος περιγράφει αυτά τα γεγονότα σε δυο διαφορετικά έργα του, στο “βίο του Πελοπίδα” (κεφ. 6-13) και στο “Περί του Σωκράτους δαιμονίου”.

Το “Περί του Σωκράτους δαιμονίου” ξεκινά με το αίτημα του «Αρχέδαμου ή Αρχέδημου»[1] προς τους Καφισία, τον αδερφό του μεγάλου Θηβαίου πολιτικού Επαμεινώνδα, ο οποίος βρισκόταν στην Αθήνα για μια πρεσβευτική αποστολή και είναι φιλοξενούμενος του, να του αφηγηθεί τα γεγονότα την ανακατάληψης της Καδμείας από τους Θηβαίους και τις συζητήσεις που έκαναν οι πρωταγωνιστές της συνωμοσίας τις κρίσιμες εκείνες ώρες. Ο «Αρχέδαμου ή Αρχέδημου» εκθέτει σύντομα τα γεγονότα που γνωρίζει ο ίδιος και προτρέπει τον Καφισία να αρχίσει την αφήγησή του από την επιστροφή των φυγάδων. Ένας αγγελιοφόρος καταφτάνει εκ μέρους των φυγάδων και ρωτά τους συνωμότες στη Θήβα για το που θα καταλύσουν οι φυγάδες, που θα έρθουν το βράδυ. Ο Χάρωνας προσφέρει το δικό του σπίτι. Ο Χάρωνας, ο Καφισίας και ο Θεόκριτος[2] συναντούν στο δρόμο τον Αρχία, επικεφαλής των ολιγαρχικών που κάλεσαν τους Σπαρτιάτες, το Λύσανδρο, αρμοστή των Σπαρτιατών, και το Φυλλίδα, γραμματέα του Αρχία, αλλά φίλο των συνωμοτών. Ο Φυλλίδας παίρνει κατά μέρος τον Καφισία και του αποκαλύπτει ότι εκείνο το βράδυ θα καλέσει τον Αρχία σε συμπόσιο για να τον μεθύσι και το προσφέρει εύκολο θύμα στους συνωμότες. Ο Χάρωνας, ο Κεφισίας και ο Θεόκριτος φτάνουν στο σπίτι του Σιμμία[3] και περιμένουν να τελειώσει η συζήτηση που έχει οι οικοδεσπότης με τον Λεοντίδα, έναν ισχυρό ολιγαρχικό. Του ζητά να σώσει τον Αμφίθεο που έχει καταδικαστεί σε θάνατο, χωρίς όμως επιτυχία. Στο μεταξύ ο Θεόκριτος ρωτά τον Φειδόλαο από την Αλίαρτο, που είναι και αυτός εκεί, για τα ευρήματα των Λακεδαιμονίων στον τάφο της Αλκμήνης στην Αλίαρτο. Μια επιγραφή με άγνωστη γραφή που βρέθηκε στον τάφο αυτόν στάλθηκε από τον Αγησίλαο, βασιλιά της Σπάρτης, στην Αίγυπτο, μήπως και την εξηγήσουν οι ιερείς.

Με την αναχώρηση του Λεοντίδα βρίσκουν την ευκαιρία να ρωτήσουν για το θέμα τον Σιμμία, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει από την Αίγυπτο όπου συνόδευε τον Πλάτωνα. Ο Σιμμίας τους απαντά ότι την επιγραφή την εξήγησε ο Χόνουφης και ότι το περιεχόμενό της ήταν μια προτροπή προς τους Έλληνες να αφήσουν τις εμφύλιες διαμάχες και να εργαστούν με την φιλοσοφία και τις τέχνες των Μουσών. Επιστρέφοντας ο Πλάτων με τον Σιμμία από την Αίγυπτο, λέει ο Σιμμίας, ήρθαν να τους συναντήσουν οι Δήλιοι και να θέσουν στον Πλάτωνα το περίφημο Δήλιο πρόβλημα του διπλασιασμού του κύβου.

Λεωντίδας :

«”Γνωρίζεται όμως, Καφισία ποιος είναι ο ξένος που κατέφθασε σε εσάς ;” “Δεν ξέρω”, είπα εγώ, “για ποιόν μιλάς”. “Κι όμως”, είπε ”ο Λεοντίδας ισχυρίζεται ότι εθεάθη κάποιος άνθρωπος μεγαλόπρεπος, αν κρίνει κανείς από το πλήθος της ακολουθίας και τις αποσκευές του, να σηκώνεται, νύχτα ακόμη, πλάι στο μνημείο του Λύση, όπου και είχε κατακλιθεί πάνω σε στιβάδες φύλων. Γιατί είναι ορατά στο σημείο αυτό στρώματα από λυγαριά και αρμυρίκια και απομεινάρια έμπυρων θυσιών και χοές γάλακτος”.»[4]

Να αναφέρουμε εδώ πως ο Λύσης από τα Τάραντα υπήρξε μαθητής του Πυθαγόρα και δάσκαλος του μεγάλου Θηβαίου πολιτικού Επαμεινώνδα. Ο Λύσης ήταν δάσκαλος του μεγάλου Πυθαγόρειου φιλοσόφου Φιλολάου, ο οποίος ήταν δάσκαλος του μεγάλου Πυθαγόρειου φιλοσόφου Αρχύτα, ο οποίος ήταν δάσκαλος του Πλάτωνα!

Έρχεται ο Πολύμνης[5]και ανακοινώνει ότι ο Επαμεινώνδας πρόκειται να τους φέρει ένα ξένο, ο οποίος το προηγούμενο βράδυ έκανε κάποιες μυστικές τελετές στον τάφο του Λύση, του πυθαγόρειου διδασκάλου του Επαμεινώνδα και του Καφισία. Ο ξένος ήρθε από την Ιταλία για να ζητήσει σημάδι από το δαιμόνιο του Λύση για το αν πρέπει να μεταφέρει τα οστά του στην Ιταλία.

«Στο μεταξύ, και ενώ ο Σιμμίας μιλούσε, μπήκε μέσα ο πατέρας μας, ο Πολύμνης, και αφού κάθισε πλάι στο Σιμμία είπε : “ο Επαμεινώνδας παρακαλεί και σένα και όλους αυτούς να περιμένετε εδώ, αν δεν έχετε κάποια σπουδαιότερη εργασία. Γιατί επιθυμεί να σας γνωρίσει τον ξένο, που και ο ίδιος είναι άνδρας ευγενής, αλλά και έχει φτάσει με ένα ευγενή και ωραίο σκοπό απεσταλμένος των πυθαγορείων από την Ιταλία. Έχει έρθει, λοιπόν, για να χύσει χοές προς τιμήν του γέροντα Λύση στον τάφο του, μετά από παρακίνηση, όπως ισχυρίζεται, από κάποια εναργή φάσματα.”». [6]

Σιμμίας : «”Όμως ποια είναι η αιτία, για την οποία δεν ήρθε κατευθείαν εμάς ;” “Μου φαίνεται”, είπε ο πατέρας μου, “ότι ο Επαμεινώνδας οδήγησε αυτόν τον άνδρα, μιας και διανυκτέρευσε πλάι στον τάφο του Λύση, στον ποταμό Ισμηνό για να λουστεί. Κατόπιν θα έρθουν και εδώ σε εμάς. Προτού μας συναντήσει διανυκτέρευσε στον τάφο, έχοντας κατά νου να παραλάβει τα λείψανα του σώματος και να τα μεταφέρει στην Ιταλία, εκτός και αν κατά την νύχτα του εναντιωθεί το δαιμόνιο.”» [7]

«κι ο Επαμεινώνδας είπε : “Θεάνωρ, Σιμμία, το όνομα του ανδρός και είναι Κροτωνιάτης στην καταγωγή, ένας από τους εκεί φιλοσόφους που δεν ντροπιάζει τη μεγάλη δόξα του Πυθαγόρα. Αλλά και τώρα έχει έρθει εδώ από μακρύ ταξίδι από την Ιταλία επικυρώνοντας με καλές πράξεις τα καλά δόγματα”.»[8]

Θεάνωρ : «Όταν κατέρρευσαν στην Ιταλία οι κατά πόλεις εταιρείες των Πυθαγορείων, οι οποίες είχαν ηττηθεί στην εμφύλια διαμάχη εντός των αυτών πόλεων, μια ομάδα τους στο Μεταπόντιο[9], συσπειρωμένη ακόμη, συνεδρίαζε σε κάποιο σπίτι. Τότε οι οπαδοί του Κύλωνα τους έβαλαν από γύρω φωτιά και μεμιάς τους αφάνισαν όλους, εκτός από το Φιλόλαο[10] και το Λύση που ήταν νέοι ακόμη και σώθηκαν από την φωτιά χάρη στην ρώμη και την ευκινησία τους. Ο Φιλόλαος, λοιπόν, αφού διέφυγε στους Λευκανούς επανήλθε σώος προς τους άλλους φίλους, οι οποίοι άρχισαν ήδη να συγκεντρώνονται και πάλι και να υπερισχύουν των οπαδών του Κύλωνα. Για τον Λύση, όμως, δεν ήταν γνωστό για πολύ καιρό που είχε πάει, έως ότου ο Γοργίας ο Λεοντίνος, επιστρέφοντας με πλοίο από την Ελλάδα στην Σικελία, ανακοίνωσε με βεβαιότητα στον κύκλο του Αρεσά ότι συναντήθηκε με τον Λύση που περνούσε τον καιρό του στην Θήβα. Κίνησε, λοιπόν, ο Αρεσάς, όπως είχε πει, να πάει ο ίδιος με το πλοίο, εξαιτίας του πόθου του να δει αυτόν τον άνθρωπο. Επειδή, όμως, του έλειπαν, εξαιτίας του γήρατος και της αδυναμίας του, εντελώς οι δυνάμεις για κάτι τέτοιο, παρήγγειλε σε μας να φέρουμε το Λύση κατά προτίμηση ζωντανό στην Ιταλία ή τα λείψανά του, αν είχε πεθάνει. Οι πόλεμοι, όμως, που έγιναν στο μεταξύ, οι εμφύλιες διαμάχες και οι τυραννίδες, εμπόδισαν τους φίλους του να εκτελέσουν την αποστολή αυτή, όσο ο Αρεσάς ζούσε. Το δαιμόνιο του Λύση, αφού αυτός είχε πεθάνει πια, μας υπέδειξε εναργώς το θάνατό του και όσοι ήταν καλά πληροφορημένοι μας ανήγγειλαν τις φροντίδες σας και τη ζωή του κοντά σε εσάς, Πολύμνη, ότι δηλαδή είχε την τύχη να τον γηροκομείστε πλούσια στο φτωχό σας σπίτι και ότι πέθανε μακαριστός, αφού πήρε τον τίτλο του πατέρα των γιών σου. Τότε στάλθηκα εγώ, νέος και από πολλούς και πρεσβύτερους, οι οποίοι έχουν χρήματα και θέλουν να δώσουν σε εσάς που δεν έχετε και να πάρουν ως αντάλλαγμα άφθονη την ευγνωμοσύνη και την φιλία σας. Ο Λύσης βέβαια κείται καλά από εσάς, όμως ακόμη ανώτερη για αυτόν και από τον ωραίο τάφο είναι η ευγνωμοσύνη που ανταποδίδεται στους φίλους του από φίλους και τους οικείους του.» [11]

«Αλλά σχετικά με τον Λύση – αν είναι θεμιτό να το ακούσουμε – τι από τα δυο θα κάνεις ; Άραγε θα τον μετακινήσεις στην Ιταλία ή θα τον αφήσεις να παραμείνει εδώ σε εμάς και να μας έχει ευμενείς και φίλους συνοίκους, όταν θα πάμε και εμείς εκεί ; Και ο Θεάνωρ μειδίασε και είπε : ”Φαίνεται πως ο Λύσις, Σιμμία, αγαπά αυτό το μέρος, αφού δεν του έλειψε τίποτα από τα καλά χάρη στον Επαμεινώνδα. Υπάρχει κάποια ιδιαίτερη τελετή που γίνεται κατά τις ταφές των πυθαγορείων και την οποία, αν δεν την τύχουμε, θεωρούμε ότι δεν λάβαμε το μακαριστό και προσήκον τέλος. Όταν, λοιπόν, μάθαμε από τα όνειρα για τον θάνατό του Λύση (γιατί από κάποιο σημάδι που εμφανίζεται στη διάρκεια του ύπνου διακρίνουμε αν το φαινόμενο είναι ανθρώπου νεκρού ή ζωντανού[12]) μπήκε σε πολλούς από εμάς η σκέψη ότι ο Λύσης κηδεύτηκε λάθος σε ξένη χώρα και ότι πρέπει να τον μετακινήσουμε στην Ιταλία, για να λάβει και των νομιζομένων τελετών”. Με αυτή την σκέψη ήρθα και εγώ εδώ και, αφού με οδήγησαν ευθύς οι ντόπιοι προς τον τάφο, έχυσα το βράδυ χοές καλώντας την ψυχή του Λύση να έλθει και να θεσπίσει με ποιο τρόπο πρέπει να τα κάνω αυτά. Καθώς προχωρούσε η νύχτα δεν είδα τίποτα, μου φάνηκε όμως ότι άκουσα μια φωνή που έλεγε να μην κινώ τα ακίνητα. Γιατί το σώμα του λύση κηδεύτηκε από τους φίλους του οσίως, ενώ η ψυχή του, έχοντας ήδη κριθεί, αφέθηκε να γεννηθεί και πάλι και της έλαχε να συνδεθεί με κάποιον άλλο δαίμονα. Όταν μάλιστα συνάντησα το πρωί τον Επαμεινώνδα και άκουσα τον τρόπο με τον οποίο έθαψε το Λύση, κατάλαβα ότι αυτός είχε εκπαιδευτεί καλώς από εκείνον τον άνδρα μέχρι και τα απόρρητα δόγματα και ότι είχε ως οδηγό στη ζωή του τον ίδιο δαίμονα – αν δεν είμαι ανίκανος στο να εξάγω συμπεράσματα για τον κυβερνήτη από τον πλού. Γιατί πολλές είναι οι ατραποί της ζωής, λίγες όμως εκείνες στις οποίες οδηγούν τους ανθρώπους οι δαίμονες.» [13]

Για την ιδική διαδικασία κηδεύσεως των Πυθαγορείων κάνει λόγω και ο Ιάμβλιχος όταν λέγει πως :

«σπουδαιότατος στον Πυθαγόρα υπήρχε και ο τρόπος της διδασκαλίας δια συμβόλων. Διότι ο χαρακτήρας αυτός της διδασκαλίας χρησιμοποιούταν από όλους σχεδόν τους Έλληνες, δεδομένου ότι ήταν παλαιός. Εξαιρετικώς δε ο τρόπος αυτός ποικιλοτρόπως χρησιμοποιούταν εκ μέρους των Αιγυπτίων. Κατά τον ίδιο τρόπο και εκ μέρος του Πυθαγόρα δινόταν μεγάλη σημασία σε αυτά, εάν κάποιος μπορούσε να εξηγήσει με σαφήνεια τις έννοιες των Πυθαγορικών συμβόλων και τις απόρρητες έννοιες, πόση ορθότητα και αλήθεια έχουν, όταν αποκαλυφθούν και απελευθερωθούν από τον αινιγματώδη τύπο, και καταστούν οικείες με απλότητα και χωρίς ποικιλόμορφες παραδοσιακές προθέσεις στις μεγαλοφυΐες των φιλοσόφων τούτων, οι οποίοι αποθεώθηκαν με τρόπο που υπερβαίνει την ανθρώπινη διάνοια[14]

Κάποτε, λοιπόν, οι εν τη γενέσει άνθρωποι που κατοικούσαν όχι μόνον την χώρα που ονομάζεται Ελλάδα, αλλά γενικά σε όλη την Χθόνα – το λιγότερο που θα μπορούσε να πει κάποιος είναι ότι – σεβόντουσαν & τιμούσαν τους νεκρούς τους στον ύψιστο βαθμό, στην σημερινή όμως κοσμολογική περίοδο οι άνθρωποι που αποτελούν τον λεγόμενο «δυτικό κόσμο», όντας αποκομμένοι παντελώς από εκείνους τους παλαιούς ανθρώπους ως προς το ένθεο ζην τους (θρησκεία)[15] & έχοντας λησμονήσει παντελώς την σύμφυτη στην ουσία της ψυχής(τους) οντικήγνώση, επιστήμη και αλήθεια[16]περί τον τριμερή σωματικό Κόσμο[17], τις χορείες των ψυχών (άχραντες και ανθρώπινες), τα κρείττονα γένη[18], τα όντως Όντα, τους υπερούσιους, μεθεκτούς & αυτοτελείς Θεούς-Ενάδες-Αγαθότητες και το υπερούσιο & αμέθεκτο Ένα-Αγαθό ή «πρώτο Θεό», μη έχοντας δε πλέον καμία επαφή με τους Θεούς και τα κρείττονα γένη, ανοίγουν τους τάφους των παλαιών εκείνων ανθρώπων & παίρνουν τα κτερίσματα των νεκρών. Τα τοποθετούν έπειτα σε κτήρια που τα ονομάζουν μουσεία και τα εκθέτουν σε κοινή θέα – συνήθωςέναντι αμοιβής, θριαμβολογούν δε για τους σπουδαίους προγόνους τους, τους τάφους των οποίων βεβήλωσαν! Βέβαια, πάρα πολλοί νεκροί, εκ των οποίων οι ιστορικά επιφανέστεροι (βλ π.χ. τάφος Ατρειδών), έχουν μετακινηθεί εκ του τόπου που θάφτηκαν. Όλοι όμως αυτοί οι νεκροί κηδεύτηκαν με ιδικές τελετές κηδεύσεως που θα εξηγήσουμε πιο κάτω – πχ ο τάφος του Οιδίποδα ή του Νηλέως που δεν αποκαλύφτηκαν ποτέ ή ο κοινός τύμβος του Αχιλλέα και του Πατρόκλου κτλ. Όλα αυτά καταγράφονται άλλοτε εκ της μυθολογίας και ιστορίας μόνο και άλλοτε αναγράφονται «αναλυτικά» πάνω στα εκατοντάδες εκατοντάδων αγγεία όλων των εποχών, «ορφικά επιστόμια ταφικά χρυσά ελάσματα», αλλά και στους «Μυκηναϊκούς και Μινωικούς σφραγιδόλιθους και επιγραφές» τόσο δια της Μινωικής γραμμικής Α’ και Μυκηναϊκής και Κυπριακής συλλαβογραφίας όσο και δια των Κρητικών ιερατικών ιερογλυφικών, τις 4 γραφών που οι Έλληνες χρησιμοποιούμε σε ότι αφορά την θρησκεία μας.[19]

Τουτέστιν οι θήκες/τάφοι των παλαιών Ελλήνων – ιδικά των βασιλέων, ιερέων, θεουργών και καταχθόνιων Δαιμόνων, αποτελούν θεουργικά τελέσματα. Αυτό σημαίνει ότι η αρπαγή των νεκρών και των κτερισμάτων τους από το μέρος που θάφτηκαν – ή το άνοιγμα και η βεβήλωση του τάφου/τίμβου – που έχουν επιτελέσει οι σύγχρονοι άνθρωποι έχει επιφέρει ίσως(;) την μύνις των Θεών και των νεκρών – κάτω που όμως δεν είναι επί της παρούσης να αναλυθεί.

Επί παραδείγματι οι Θηβαίοι που, όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας – άμα το πέρας του Τρωικού πολέμου -πήραν χρησμό από την Πυθία ο οποίος έλεγε τα εξής : «Θηβαίοι, που κατοικείται την πόλη του Κάδμου, αν θέλετε να ζείτε στον τόπο σας με πολύ πλούτο, φέρτε τα οστά του γιού του Πριάμου Έκτορα από την Ασία στην πατρίδα σας, και όπως προστάζει ο Ζεύς, τιμήστε τον ως ήρωα[20]

Έφεραν, μετακίνησαν, λοιπόν τα οστά από το Ίλιον και τα έθαψαν σε τάφο στην Θήβα, κοντά στην Οιδιπόδια κρήνη. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η περίπτωση του Αργοναύτη Ίδμονα, σχετικά με τον οποίο – άμα τον θάνατό του από το χτύπημα κάπρου – ο Απολλώνιος ο Ρόδιος λέγει πως οι υπόλοιποι Αργοναύτες:

«Μείνανε εκεί χωρίς να σκέπτονται το ταξίδι και πενθούσαν τον σκοτωμένο, που τον θρηνούσαν τρεις ημέρες ολόκληρες ημέρες. Την επομένη τον κήδεψαν με μεγάλη τιμή και συνεκτίριζε ολόκληρος ο λαός και ο ίδιος ο βασιλιάς Λύκος. Και όπως πρέπει λαιμοτόμησαν αναρίθμητα[21] πρόβατα επί του τάφου του. Έτσι υψώθηκε τύμβος του ήρωα στο μέρος εκείνο, και υπάρχει μνημείο να το βλέπουν οι κατοπινοί, κλαδιά αγριελιάς από αυτή που φτιάχνουν τα καράβια, που βγάζει τα φύλλα του λίγο πιο πέρα από το ακρωτήρι της Αχερουσιάδας. Κι αν επιβάλλεται εγώ με των Μουσών τις οδηγίες να πω τον μύθο κατά λέξη, ο Φοίβος παράγγειλε ρητά στους Βοιωτούς και στους Νισαίους να τον εξιλεώνουν[22] και γύρω από το κλαδί της παλιάς αγριελιάς[23] να χτίσουν την πόλη τους, αλλά εκείνοι, αντί για τον θεοειδή Ίδμονα, το γιο του Αίολου, μέχρι και τώρα ακόμη δοξάζουν τον Αγαμήστορα.»[24]

Η χαρακτηριστικότερη περίπτωση τιμής νεκρού – που διασώζεται στην γραμματεί των Ελλήνων – είναι η περίπτωση του Πατρόκλου και του Αχιλλέα. Να πως περιγράφεται την κήδευση του Πατρόκλου εκ του θείου Ομήρου, στην ραψωδία Ψ’ της «Ιλιάδος» που φέρει τον τίτλο «Αγών επιτάφιος ή άθλα επί Πατρόκλω»:

«Έτσι εκείνοι στέναζαν στην πόλη. Όπως οι Αχαιοί

αφού στις νήες και τον Ελλήσποντο αφίκοντο.

οι άλλοι σκόρπισαν στην δική του νήα έκαστος,

όμως στους Μυρμιδόνες[25] δεν άφησε να σκορπισθούν ο Αχιλλεύς

αλλα στους φιλοπόλεμους εταίρους του είπε :

“Μυρμιδόνες με τα ταχειά πωλάρια, πιστοί μου εταίροι,

ας μη λύσουμε υπό τα οχήματα τους μονώνυχες ίππους,

αλλά με αυτούς τους ίππους και τα άρματα εγγύτερα πηγαίνοντας

τον Πάτροκλο ας κλάψουμε. Γιατί αυτός είναι το γέρας των θανόντων.

Κι έπειτα αφού τον ολέθριο χορτάσουμε γόο

τους ίππους αφού λύσουμε θα γευματίσουμε ενθάδε πάντες”.

Έτσι είπε, και οίμωξαν όλοι μαζί, αρχίζοντας ο Αχιλλεύς.

Εκείνοι τρις περί τον νεκρό τους καλλίτριχες παρήλασαν ίππους

Μοιρολογόντας. Και μεταξύ τους η Θέτις τον ίμερο του γόου ώρθωσε.

Αρδεύονταν ο ψάμος, αρδεύονταν και τα όπλα των ανδρών

από δάκρυα. Γιατί ποθούσαν τέτοιο μάστωρα του φευγιού.

Ανάμεσα τους ο Πηλεϊδηςτον θλιβερό άρχισε γόο,

τα ανδροφόνα χέρια επιθέμενος στα στήθη του εταίρου του :

“Χαίρε Πάτροκλε, και ας είσαι στου Άδου τους δόμους.

Γιατί ήδη τα πάντασου τελώ όσα πριν υποσχέθηκα,

τον Έκτορα εδώ σύροντας να τον δώσω στους κύνες ωμό να φάνε,

και δώδεκα προς της πυράς θα λαιμοτομήσω

Τρώων αγλαά τέκνα, επειδή χολώθηκα που συ σκοτώθηκες”.

Είπε και για τον Έκτορα τον δίο αταίριαστα σκέφθηκε έργα,

πρηνή παρά το νεκροκρέββατο του Μενοιτιάδου τεντώνοντάς τον

στις σκόνες. Εκείνοι από τα όπλα αφωπλίζοντο έκαστος

τα χάλκινα μαρμαίροντα, κι έλυαν τους ψηλοχρεμετίζοντες ίππους,

και κάθιζαν παρά την νήα του ταχύποδος Αιακίδου

μύριοι. Κι εκείνος τους έκαμε ευφραντικό του τάφου δείπνο.

Πολλοί βόες αργυρόλευκοι εσφάδαζαν γύρω με το σίδερο

σφαζόμενοι, και πολλά αρνιά και μυκώμενες αίγες.

και πολλοί λευκόδοντες χοίροι, που γυάλιζαν από το πάχος,

και τεντωμένοι ψήνονταν στην φλόγα του Ηφαίστου.

Και παντού γύρω από τον νεκρό άφθονον έρρεεν αίμα.

Όμως τον άνακτα ταχύποδα Πηλεϊωνα

στον θείο Αγαμέμνενο έφεραν οι βασιλείς των Αχαιών,

δύσκολα μεταπείθοντας τον επειδή για τον εταίρο ήταν χολωμένος.

Εκείνοι όταν στην σκηνή του Αγαμέμνονος έφτασαν,

αμέσως κήρυκες λιγυρόφθογκους εκέλευσαν

γύρω στην πυρά να στήσουμε τρίποδα μέγα μήπως και έπειθαν

τον Πηλεϊδη να λουσθή από τα πηγμένα αίματα.

Όμως εκείνος αρνούταν στερέως, και όρκο ώμοσε :

“Όχι μα τον Ζεύς, ο οποίος από τους Θεούς ύπατος και άριστος,

Αθέμιτο είναι είναι σε λουτρό την κάρα μου να φέρω,

πριν τον Πάτροκλο θέσουμε σε πυρά και τύμβο του περιχύσουμε

και κουρέψω την κόμη, επειδή εμέ δεύτερο τέτοιο

άγχος δεν θα φθάσει στην καρδιά μου, όσο με τους ζωντανούς είμαι.

Αλλά τώρα το στυγερό ας γευθούμε δείπνο.

Και το πρωί παρότρυνε, άναξ ανδρών Αγαμέμνων,

ξύλα να φέρουν, παρέχοντας όσα αρμόζει

σε νεκρό να έχει για να πάει στον ομιχλώδη ζόφο,

ώστε τούτον να καταφλέξει το ακάματο πυρ

το θαττόν από τους οφθαλμούς μας, και οι λαοί στα έργα τους να στρέψουν”.

Έτσι είπε, κι εκείνοι πρόθυμα τον άκουσαν και επείθονταν.

Εσπευσμένως τότε δείπνο αφού ετοίμασαν έκαστοι

Έτρωγαν, κι ούτε η ψυχή στετήθηκε μερίδας ίσης.

Και αφού με ποτά και εδέσματα χόρτασαν καλά,

Εκείνοι θέλοντας να ησυχάσουν έβησαν στην σκηνή του έκαστος,

αλλά ο Πηλεϊδης στην άμμο της πολύφλοισβητης θάλασσας

έκειτο βαρειά στενάζοντας, μεταξύ πολλών Μυρμιδόνων,

σε (τόπο) καθαρό, όπου τα κύματα την παραλία κατακλύζουν.

Την στιγμή που ο ύπνος τον έπιανε, λύνοντας τα μελήματα της ψυχής,

ο νήδυμος χυμένος γύρω του – γιατί πολύ απόκαμε στα λαμπρά γόνατα

τον Έκτορα κυνηγώντας προς το ανεμώδες Ίλιο –

ήλθε η ψυχή του δυστυχούς Πατρόκλου,

στα πάντα με αυτόν και στο μέγεθος και στα ωραία όμματά όμοια,

και στην φωνή, και ίδια περί το κορμί ενδύματα φορώντας.

Εστάθη υπέρ της κεφαλής του και μύθο προς αυτόν είπε :

“Κάθεύδεις, κι εμένα, λησμόνησες, Αχιλλέα.

Αφρόντιστο δεν με είχες ζώντα, αλλά θανόντα.

Θάψε με ότι τάχιστα, τις πύλες του Άδη να περάσω.

Μακριά με αποδιώχνουν οι ψυχές, τα είδωλα των πεθαμένων,

κι ούτε να σμίξω με αυτούςτον ποταμό περνώντας με αφήνουν,

αλλά έτσι περιπλανόμαι, ανά το ευρύπυλο του Άδου δώμα.

Δώσε μου το χέρι, ολοφύρομαι. Γιατί πίσω

δεν θα γυρίσω από τον Άδη όταν στην πυρά θα με λάχετε.

Γιατί πια ζωντανοί μακριά των φίλων εταίρων

καθεζόμενοι δεν θα τα λέμε, αλλά εμέ η μοίρα

κατάπι η στυγερή, εκείνη που μου έλαχε όταν γεννιόμουν.

Και για σένα τον ίδιο η μοίρα, επιείκελε Αχιλλέα,

υπό το τείχος των ευγενών Τρώων είναι να απολεθείς.

Αλλά τώρα θα σου πω και θα παρακαλέσω, μήπως και με ακούσεις.

Μακριά από τα δικά σου μη τοποθετήσεις τα οστά μου, Αχιλλέα,

αλλά ομού, όπως ανατραφήκαμε στους δόμους σου,

από τότε που μακρόν ο Μενοίτιος από τον Οπούντα

ήγαγε σε σας μετά την φοβερή ανδροκτονία,

την ημέρα εκείνη όταν το παιδί κατέκτεινε του Αμφιδάμαντος,

ο νηπίος, χωρίς να θέλω, για τους αστραγάλους χολωθείς.

Εκεί αφούμε δέχθηκε στα δώματα ο ιππότης Πηλεύς

με ανέτρεφε προθύμως και θεράποντά σου με ωνόμασε.

έτσι και τα οστά των δυο μας μια σορός να εμφικαλύψει

ο χρυσός αμφιφορέας, που σου πόρισε η πότνια μητέρα σου”.

Σε αυτόν απαντώντας προσείπεν ο ώκυς στους πόδας Αχιλλέας :

“Γιατί, φίλη κεφαλή, εδώ μου ήλθες ,

κι αυτά τα καθέκαστα μου επιτέλλεσαι ; Εγώ για σένα

ωστόσο τα πάντα θα εκτελέσω και θα ακούσω όσα κελεύεις.

Αλλά κοντίτερα μου στάσου. Για λίγο να αγκαλιαστούμε

Αλλήλουςτον ολέθριο ας χορτάσουμε γόο”.

Έτσι αφού εφώναξε άπλωσε τα προσφιλή του χέρια

αλλά δεν τον έλαβε. Η ψυχή κάτω από την γη σαν καπνός

έφυγε τσιρίζοντας. Θαμπωμένος πετάχθηκεο Αχιλλέας

τα χέρα συμπλαταγιάζοντας κι έπος με ολοφυρμό είπε :

Πω πω, αλήθεια, υπάρχει και στου Άδου τους δόμους

ψυχή και είδωλο, αλλά ζωή καθόλου.

Γιατί όλη νύχτα του δυστυχισμένου μου Πατρόκλου

η ψυχή είχε σταθεί επάνω μου γοούσα και μοιρολογούσα,

και τα καθέκαστα μου επετέλλε, κι έμοιαζε θαυμαστά με αυτόν”.

Έτσι είπε, και σε όλους τον πόθο ώρθοσε για γόο.

Κι ενώ μοιρολογούσαν φάνηκε σε αυτούς η ροδοδάκτυλη Ηώ

γύρω από τον θλιβερό νεκρό. Τότε ο κραταιός Αγαμέμνων

διέταξε μουλάρια και άνδρες να πάνε για ξύλα

παντού από τις σκηνές. Κι έτρεχε άνδρας εσθλός,

ο Μηριόνης, θεράπων του αγαπήνορος[26] Ιδομενέως.

Κι εκείνοι πήγαιναν υλοτόμους πέλεκυς στα χέρια έχοντες

Και σχοινιά καλόπλεκτα. Προ αυτών πήγαιναν τα μουλάρια.

Σε πολλές ανηφοριές, κατηφοριές, πλαγιές και λοξοδρόμια ήλθαν.

Αλλά όταν τους κρημνούς έβησαν της Ίδης με τους πολλούς πίδακες,

αμέσως δρύς υψικόμους με κοφτερό χαλκό

έτεμναν επειγόμενοι. Κι αυτές μεπάταγο μεγάλο

έπιπταν. Αυτές έπειτα κόβοντας οι Αχαιοί

έδεναν στους ημιόνους. Κι αυτοί τη γη βαρειά πατούσαν

επιθυμώντας να κατέβουν στο πεδίο μέσα από τα πυκνά ρουμάνια[27].

Και πάντες οι υλοτόμοι κούτσουρα έφερναν. Γιατί έτσι διέταξαν

ο Μηριόνης, θεράπων του αγαπήνορος Ιδομενέως.

Και στην ακτή αραδιαστά τα έβαζαν, όπου ο Αχιλλέας

σκεφτόταν για τον Πάτροκλο τον μέγα τάφο[28]και για τον εαυτό του.

Και αφού τριγύρω αράδιασαν ξύλα αμέτρητα,

κάθισαν αυτού περιμένοντας μαζεμένοι. Τότε ο Αχιλλέας

αμέσως τους φιλοπόλεμους Μυρμιδόνες κέλευσε

χαλκό να ζωσθούν, και να ζεύξει έκαστος υπο τα οχήματα

τους ίππους. Εκείνοι ωρθώθηκαν και τα όπλα ενδύθηκαν,

κι ανέβηκαν στους δίφρους οι αναβάτες και οι ηνιόχοι,

έμπροσθεν οι ιππείς και έπετο νέφος πεζών,

μύριοι. Και στο μέσον έφεραν τον Πάτροκλο οι εταίροι.

Με τα μαλλιά τους όλο το νεκρό σκέπασαν, που έβαλαν επάνω του

Κουρευόμενοι. Όπισθεν την κάρα του κρατούσε ο δίος Αχιλλέας

Θλιμμένος. Γιατί τον άμωμον εταίρο του έπεμπε στον Άδη.

Εκείνοι όταν στον χώρο έφθασαν όπου τους είχε πει ο Αχιλλέας,

τον έθεσαν κάτω, και στο άψε άφθονα σώρευσαν ξύλα.

Τότε πάλι άλλα ενόησε ο ποδάρκης διος Αχιλλέας.

Σταθείς μακράν της πυράς της ξανθή απέκοψε χαίτη του

που την έτρεφε για τον Σπερχειό ποταμό μακρυπλόκαμη.

Και με καημό είπε κοιτάζοντας προς τον οινώδη πόντο :

“Σπερχειέ, μάταια προσευχήθηκε σε σένα ο πατέρας Πηλεύς,

Κείθε όταν νοστήσω στην φίλη πατρίδα γαία

για σένα την κόμη να κείρω και να ρέξω ιερή εκατόμβη,

και πενήντα ένορχα κριάρια αύτοθι να ιερεύσω

στις πηγές, όπου τέμενος σου καιβωμός με θυμιάματα.

Έτσι ευχήθηκε[29] ο γέρος, μα συ την ευχή του δεν ετέλεσες.

Τώρα επειδή δεν θα γυρίσω στην φίλη πατρίδα γαία,

στον ήρωα Πάτροκλο την κόμη μου προσφέρω να την πάρει”.

Έτσι ως είπε στου φίλου εταίρου τα χέρια την κόμη

έθηκε, και σε όλους εκείνος τον πόθο ώρθοσε τον γόο.

Κι εκείνοι θα ωδύρονταν μέχρι να δύση οτο φώς του ήλιου,

αν στο άψε ο Αχιλλέας δεν είχε ειπεί στον Αγαμέμνονα παρεστεκούμενος :

“Ατρείδη, επεισή στους δικού σου πρόθυμα ο λαός των Αχαιών

θα πεισθεί μύθους, κι ο γόος φέρνει κορεσμό,

τώρα από την πυρά σκόρπισε τους και δείοπνο δώσε εντολή

να ετοιμάσουν. Γι’ αυτά εδώ δεν θα κοπιάσουμε εμείς, που πιο πολύ

αγαπάμε τον νεκρό. Μαζί μας οι ταγοί ας παραμείνουν”.

Μόλις τον άκουσε ο άναξ ανδρών Αγαμέμνων,

αμέσως τον λαό σκόρπισε προς τι ίσες τις νήες,

ενώ οι επιφορτισμένοι για την κηδεία αυτού έμεναν και ξύλα σώριαζαν,

και ποίησαν πυρά εκατό ποδών από εδώ κι από εκεί,

και στην κορυφή της πυράς των νεκρό έθεσαν με λύπηστην καρδιά.

Πολλά παχειά αρνιά και ελικόποδα έλικα βόδια[30]

προ της πυράς έγδεραν και συγύριζαν[31]. Εκ τούτων πάντων

το λίπος παίρνοντας εκάλυψε τον νεκρό ο μεγαλόθυμος Αχιλλεύς

από τα πόδια μέχρι το κεφάλι, και γύρω γδαρτά σώματα σώριζε.

Κι έθετε μέσα αμφορείς με μέλι και αλείμματα

να κλίνουν προς το κρεβάτι. Και τέσσερις υψηλαύχενους ίππους

εσπευσμένως έβαλε μέσα στην πυρά αφού τους λαιμοτόμησε,

μαζί και δώδεκα εσθλούς γιους μεγαλόθυμων Τρώων

αφού με χαλκό έσφαξε. Και είχε κακό στις φρένες του.

Άναψε πυρ ισχυρό για να τους καταφάγει.

Οίμωξε έπειτα και τον φίλο εταίρο καλώντας είπε :

“Χαίρε Πάτροκλε, και ας είσαι στο Αδου τους δόμους.

Γιατί τα πάντα ήδη σου τελώ αυτά που πριν υποσχέθηκα.

Δώδεκα γιούς εσθλούς των μεγαλόθυμων Τρώων

αυτούς συνάμαμε σε πάντας το πυρ κατατρώγει. Κι ούτε τον Έκτορα

θα δώσω τον Πριαμίδη στο πυρ να φαγωθεί αλλά στους κύνες”.

Έτσι είπε απειλήσας. Σεαυτίν όμως οι κύνες δε επέπιπταν,

αλλά τους κύνες απεμάκρυνε του Διός η θυγατέρα Αφροδίτη

ημέρες και νύκτες, και με ροδέλαιο έχριε

αμβρόσιο, για να μην ξεγδαρθεί καθώς θα έλκεται.

Επι αυτού κυανό νέφος εκρέμασε ο Φοίβος Απόλλων

Ουράνοθεν στο πεδίο, και κάλυψε τον χώρο άπαντα

όσο κατείχε ο νεκρός, μήπως πριν το μένος του ηλίου

αποξυράνει γύρω από τις ίνες και τα μέλη του το δέρμα.

Ωστοσο η πυρά του τεθνεώτος Πατρόκλου δεν άναβε.

Και τότε άλλα ενόησε ο ποδάρκης διο Αχελλεύς.

Στάθηκε μακριά της πυράς στους δύο[32] ευχήθηκε Ανέμους[33],

στον Βορέα και τον Ζέφυρο, και υπόσχοταν ιερά καλά.

Και σπένδωντας[34] με χρυσό δέπας[35] λιτάνευε

να έλθουν, για να φλέγουν τάχιστα στο πυρ οι νεκροί,

των ξύλων επισπεύδοντας την καύση. Κι η γρήγορη Ίριδα

τις ευχές ακούσασα μετάγγελος ήλθε στους Ανέμους.

Εκείνοι στου σφοδρού Ζέφυρου αθρόοι ενδόν

συνέπιναν κι έτρωγαν. Τρέχοντας η Ίριδα στάθηκε

στο λίθινο κατώφλι. Κι ως την είδαν με τους οφθαλμούς τους,

πάντες σηκώθηκαν, και την καλούσαν έκαστος κόντά του.

Εκείνη πάλι να καθίσειαρνιόταν και μύθο είπε :

“Δεν κάθομαι. Γιατί είμαι πάλι για του Ωκεανού τα ρείθρα,

Στων Αιθιόπων την γη, όπου θυσιάζουν εκατόμβες

στους αθανάτους, για να πάρω κι εγώ μερίδιο των ιερών.

Αλλά ο Αχιλλέας τον Βορέα και τον κελαδεινό Ζέφυρο

να έλθουν παρακαλεί, και υπόσχεται ιερά καλά,

να ορθώσετε την καύση της πυράς, όπου κείται

ο Πάτροκλος, για τον οποίο οι Αχαιοί πάντες αναστενάζουν”.

Έτσι είπε εκείνη και απέβη, κι αυτοί ωρθώθηκαν

με ήχο θεσπέσιο, τα νέφη διώχνοντας εμπρός τους.

Στο άψε στον πόντο έφθασαν για να φυσήξουν, κι ωρθώθει κύμα

από την σφοδρή πνοή τους. Και στην εύφορη Τροία έφθασαν,

και στην πυρά ενέπεσαν, δυνατά ιάχησε το θεόφλεκτο πυρ.

Ολονυκτίς εκείνοι οι δυο στην πυρά ομαδόν φλόγα έβαλλον,

φυσώντας με βοή. Και ολονυκτίς ο ώκυς Αχιλλεύς

από χρυσό κρατήρα, παίρνοντας δέπας αμφικύπελλο

και οίνο αντλώντας χάμω έχεε, κι άρδευε τη γαία,

την ψυχή καλλώντας του δυστυχούς Πατρόκλου.

Και όπως πατέρας για το παιδί του οδύρεται τα οστά το καίγοντας,

Νυμφίου, ο οποίος θανών τους δυστυχείς γονείς του λύπησε,

έτσι κι ο Αχιλλέας ωδυρόταν για τον εταίρο τα οστά του καίων,

και έρποντας δίπλα στην πυρκαϊά αδιάκοπα στέναζε.

Κι ενώ ο Εωσφόρος πρόβαινε το φως φέρων επι της γαίας,

με τον οποίο και η κροκόπεπλη Ηώ υπέρ της θαλάσσης απλώνεται,

τότε η πυρκαϊά μαράθηκε, κι η φλόγα πι έπαυσε.

Οι άνεμοι πίσω πάλι έβαιναν στον οίκο τους να γυρίουν.

Κατά τον Θρακικό πόντο. Κι εκείνος στέναζε σαν φουσκωμένο κύμα.

Ο Πηλεϊδης ξεμακρένοντας από την πυρκαϊά

κατακλήθηκε αποκαμωμένος, και γλυκός ύπνος του ήλθε.

Οι άλλοι γύρω από τον Ατρείδη μαζεύθηκαν αθρόοι.

Των επερχομένων η βοή και ο γδούπος των ξύπνησε,

Ανεκάθισε ορθός και τους είπε :

“Ατρείδη και οι άλλοι άριστοι των Παναχαιών,

πρώτον την πυρκαϊά κατασβέσατε με φλογώδη οίνο

όλη, ως που έφθασε το μένος τους πυρός. Έπειτα

τα οστά του Πατρόκλου Μενοιτιάδου να συλλέξουμε

καλά διαλέγοντας τα. Ευδιάκριτα είναι.

Γιατί στο μέσον έκειντο της πυράς, ενώ των άλλων χώρια

στην εσχατία καίονταν ανάμικτοι ίπποι και άνδρες.

Και τα μεν σε χρυσή φιάλη διπλωμένα σε λίπος

ας θέσουμε, ώσπου κι εγώ ο ίδοος στον Άδη κατέβω.

Τύμβο να μη φτιάξετε πολύ μεγάλο θέλω,

αλλά σωστόν. Έπειτα και αυτόν οι Αχαιοί

ευρύ και ηψυλό ας τον κάμετε, όσοι από εμένα

ύστερα στις νήες τις πολύκωπες θα έχετε μείνει.”

Έτσι είπε, κι εκείνει υπάκουσαν στον ταχύποδα Πηλεϊωνα.

Τόρνευσαν σήμα και τα θεμέλια τα έβαλαν

γύρω από την πυρά. Κι ευθύς έχυσαν χώμα,

κι αφού τον τύμβο επέχυσαν πήραν να φεύγουν. Όμως ο Αχιλλεύς

αυτού τον λαό εκτάτησε και τον κάθισε σε ευρύ χώρο για αγώνες,

κι από τις νήες έφερε έπαθλα, λέβητες και τρίποδες

και ίππους και ημιόνους και βόδια δυνατά,

και εύζονες γυναίκες και σταχτί σίδερο.

Και πρώτα για τους γρήγορους ίππους λαμπρά έπαθλα

Έθεσε, γυναίκα να πάρει άμωμη, από έργα να γνωρίζει,

και τρίποδα με ατά που εικοσιδυό χωρούσε μέτρα

για τον πρώτο. Για τον δεύτερο πάλι φοράδα έθεσε

εξαετή αδάμαστη, βρέφος ημιόνο κυοφορούσα.

Για τον τρίτο πάλι απύρωτο κατάθεσε λέβητα

καλό, που τέσσερα χωρούσε μέτρα, λευκό ακόμη.

Και για τον τέταρτο έθεσε δυο τάλαντα χσυσάφι,

ενώ για τον πέμπτο αμφίθετον φιάλη απύρωτη έθεσε.

Εστήθη ορθός και μύθο στους Αργείους είπε :

“Ατρείδη και οι άλλοι ευκνημήδες Αχαιοί,

για τους ιππείς τούτα τα έπαθλα κοίτονται στον αγωνιστικό χώρο.

Αν τώρα για άλλον (νεκρό) αθλούτανταν οι Αχαιοί,

ε, εγώ το πρώτο (βραβείο) παίρνοντας στην σκηνή θα το έφερνα.

Γιατί γνωρίζετε με πόση αρετή περιβάλλονται οι ίπποι μου.

Γιατί αθάνατοι είναι, ο Ποσειδώντους δώρισε αυτούς

στον πατέρα μου Πηλέα, κι εκείνος πάλι σε μένα έδωσε.

Αλλά εγώ (παράμερα) θα μείνωκαι οι μονώνυχες ίπποι μου

γιατί το εσθλό κλέος τέτοιου ηνιόχου απώλεσαν,

ηπίου, ο οποίος πολλάκις υγρόν έλαιο σε εκείνων

τις χαίτες επέχυε, αφού τους έλουζεμε ύδωρ καθαρό.

Αυτόν τώρα ασάλευτοι πενθούν, κάτω στο χώμα

οι χαίτες τους ακουμπούν, και στέκονται με λύπη στην καρδιά.

Οι άλλοι στον στρατό να ετοιμάζεστε, όποιος από τους Αχαιούς

στους ίππους του έχει πεποίθηση και στα κολλητά άρματα”.»[36]

Σχολιάζοντας σχετικά με την ταφή του Πατρόκλου εκ του θεοείκελου Αχιλλέως ο Πρόκλος μας λέγει :

«Αν πρέπει να αναφέρουμε εδώ κι αυτά που έχει αναλύσει ο ηγέτης μας (ο Συριανός) κατά τον απορρητότερον τρόπο, οφείλουμε να πούμε ότι οι σχετικές ενέργειες του Αχιλλέως με την πυρά, στο σύνολό τους, μιμούνται τον τρόπο που απαθανατίζουν οι θεουργοί την ψυχή, ανυψώνοντας την ψυχή του Πατρόκλου προς τη χωριστή ζωή. Έτσι στέκεται μπροστά στην πυρά και επικαλείται τους ανέμους, τον Βορρά και τον Ζέφυρο, για να μπορέσει το φαινόμενο όχημα με την εμφανή κίνησή τους να λάβει τη πρέπουσα λατρεία, εκείνο που έχει θειότερο χαρακτήρα από αυτό, να λάβει τον αφανή καθαρμό του και να αποκατασταθεί παίρνοντας ότι του ανήκει, ανυψωμένο από τις λάμψεις του αέρα, της σελήνης και του ηλίου, ενώ παραδίδεται στην πυρά μέσα σε ολονύχτιες σπονδές :     “Από χρύσό κατήρα, παίρνοντας αμφικύπελο δέπας, καλώντας την ψυχή του άτυχου Πατρόκλου”.       Έτσι μας διδάσκει σχεδόν ο ποιητής ότι οι πράξεις του Αχιλλέως είχαν να κάνουν με την ψυχή του φίλου του και όχι με το φαινόμενο μόνο, και ότι όλα όσα κάνει γίνονται συμβολικως : ο χρυσός κρατήρας συμβολίζει της πηγή των ψυχών. Η σπονή που αντλεί από εκεί τη διοχέτευση της ανώτερης ζωής προς τηνς μερική ψυχή. Η πυρά συμβολίζει τη αγνή καθαρότητα που μπορεί και οδηγεί από τη σωματικότητα στον αφανές. Πάρα πολλές αποδείξεις μάλιστα σχετικά με τν ερμηνεία αυτή μπορούμε βρούμε αν μελετήσουμ τα έργα του ηγέτη μας. Δεδομένο λοιπόν ότι τέτοια ήταν η τιμή προς τον Πάτροκλο, δεν θα ήταν λάθος να πει κάποιος ότι και οι δώδεκα Τρώες που θανατώθηκαν πάνω στην πυρά συντάχθηκαν ως ακόλουθοι με την ψυχή του Πατρόκλου, το ηγεμονικό της οποίας ο Αχιλλέας γνώρισε και υπηρέρησε. Για τούτο και επέλεξε τον αριθμό αυτό ως κατεξοχή οικείο προς όσους σκοπεύουν να είναι ακόλουθοι και ως εξαπλωμένοι στις τέλειες προόδους των Θεών. Κάθε άλλο, λοιπόν, παρά φοβερή ψχυική σκληρότητα και αγριότητα έχουν ως υπόβαθρο οι πράξεις του Αχιλλέα, αλλά πραγματοποιήθηκαν βάσει των ιερατικών θεσμών οι οποίοι ορίζουν τα σχετικά με τις ψυχές των πεσσόντων στον πόλεμο.»[37]

Άλλωστε κατά πως λέγει ο Ερμείας :

«Ο Βορέας είναι η άνωθεν φωτιζόμενη Πρόνοια των Θεών προς τα κατώτερα∙ την πρόνοια, λοιπόν, των Θεών στον κόσμο, τη δηλώνει με τον Βορέα και για αυτό ο Βορέας πνέει από τους υψηλούς τόπους∙ την αναγώγιο δύναμη των Θεών, τη δηλώνει με τον Νότο, επειδή από τα χαμηλά προς τα υψηλά πνέει[38]

Να πως περιγράφεται η κήδευση του Αχιλλέως εκ του Ομήρου, στην ραψωδία Ω’ της «Οδύσσειας» που φέρει τον τίτλο «Σπονδαί ή νεκυία»:

«Και ο Κυλλήνιος Ερμής τις ψυχές έξω καλούσε

των ανδρών μνηστήρων. Κι είχε ράβδο στα χέρια

καλή χρυσή, αυτή που ανδρών όμματα θέλγει,

όσων θέλει, και τους άλλους πάλι υπνωόντας εγείρει.

Εκείνη πείρε να κινεί κι αυτές τσιρίζοντας έποντο.

Όπως όταν νυχτερίδες σε μυχό άντρου θεσπέσιου

τσιρίζοντας πετούν, όταν κάποια αποπέσει

από ορμαθό πέτρας, όπου μεταξύ τους συγκρατούνται,

έτσι κι εκείνες τσιρίζοντας πήγαιναν μαζί του, και τις οδηγούσε

ο Ερμής ο άκακος σε μουχλιασμένους δόμους.

Πέρασαν του Ωκεανού τις ροές και την Λευκή πέτρα

και στου ήλιου τις πύλες και τον δήμο ονείρων

πέρασαν. Στο άψε αφίκοντο στον λειμώνα με τους ασφοδέλους

όπου κατοικούν οι ψυχές, είδωλα αποκαμόντων.

Εύρον την ψυχή του Πηλειάδου Αχιλλέως

και του Πατρόκλου και του άμωμου Αντιλόχου

και του Αίαντος, που ο άριστος ήταν στο είδος και στο σώμα

από τους άλλους Δαναούς μετά τον Πηλείωνα.

Γύρω από εκείνον ήσαν μαζεμένοι, και πλησίον

επήλθε η ψυχή του Αγαμέμνονος Ατρείδου

λυπημένη. Γύρω κι άλλες μαζεύτηκαν, όσοι μαζί του

στον οίκο του Αιγίσθου έθανον και τον θάνατο βρήκαν.

Πρότερα η ψυχή τον προσφώνησετου Πηλείωνα :

“Ατρείδη, λέγαμε ότι εσέ ο τερπικέραυνος Ζευς

από τους άνδρες ήρωες αγαπούσε για πάντα

ένεκα που σε πολλούς και γενναίους άνασσες

στον δήμο των Τρώων, όπου πάθαμε άλγη οι Αχαιοί.

Όμως σ’ εσένα πρώτανα σταθεί κοντά έμελλε

Η ολέθρια μοίρα, που κανείς δεν αποφεύγει , όποιος γεννιέται.

Ας ήταν τιμή να απολαμβάνεις, εκείνη όταν άνασσες,

και στον δήμο των Τρώων ο θάνατος και η μοίρα να σε εύρισκαν.

τότε τύμβο θα σου έκαναν οι Παναχαιοί,

και για το παιδί σου μέγα κλέος θα κέρδιζες οπίσω.

Τώρα συ από οικτρό θάνατο ήταν η ειμαρμένη να αλωθείς”.

Αυτόν πάλι προσεφώνησε η ψυχή του Ατρείδη :

“Όλβιε Πηλέος υιέ, με τους θεούς επιείκελε Αχιλλέα,

που έθανες στην Τροία μακριάτου Άργους. Γύρω σου κι άλλοι

φονεύθηκαν Τρώων και Αχαιών γιοί άριστοι,

πολεμώντας για σένα, και συ στον στρόβιλο της σκόνης

κοιτόσουν μακρύς φαρδύς, λησμονώντας ιπποσύνες.

Κι εμείς ολημερίς πολεμούσαμε και διόλου

δεν παύσαμε τον πόλεμο, αν ο Ζεύς με λαίλαπα δεν τον έπαυε.

Κι όταν επί των νηών σε φέραμε εκ του πολέμου,

σε θέσαμε σε κρεβάτι, αφού καθαρίσαμετων ωραίο σώμα

με ύδωρ χλιαρό και αλοιφή, και πολλά γύρω σου

δάκρυα θερμά έχαιαν οι Δαναοί και κούρευαν τα μαλλιά.

Η μητέρα έξω από την θάλασσα ήλθε με τις αθάνατες θαλασσινές

την αγγελία ως άκουσε. Και βοή στον πόντο ορθώθηκε

θεσπέσια, και τρόμος κατέλαβε πάντας τους Αχαιούς.

Και πηδώντας θα έβαιναν επάνω στις κοίλες νήες

αν άνδρας δεν τους κρατούσε που γνώριζε παλαιά και πολλά,

ο Νέστωρ, του οποίου και πριν άριστη εφαίνετο η βουλή.

Εκείνος καλόφρων για αυτούς αγόρευε και μεταείπε :

«Κρατάτε, Αργείοι, μη φύγετε, κούροι των Αχαιών.

Η μητέρα αυτή από την θάλασσα με τις αθάνατες θαλασσινές

έρχεται για να αντικρύσει το παιδί της που έθανε».

Έτσι είπε, και κρατήθηκαν από τη φυγή οι μεγάθυμοι Αχαιοί.

Και γύρω σου στάθηκαν οι κόρες του θαλασσινού γέροντος

οικτρά ολοφυρόμενες, και άμβροτα ρούχα σε έντυσαν.

Οι Μούσες εννέα όλες η μια μετά την άλλη με φωνή καλή

Θρηνούσαν. Τότε κανένα αδάκρυτο δεν θα έβλεπες

από τους Αργείους. Γιατί τόσο τους σιγκύνησε η οξύφωνη Μούσα.

Δέκαεπτά εσένα νύκτες και ημέρες όμοια

Κλαίγαμε αθάνατοι Θεοί και θνητοί άνθρωποι.

Την δέκατη όγδοη σε δώσαμε στην πυρά, και πολλά γύρω σου

Πρόβατα σφάζαμε ολόπαχα και έλικα βόδια.

Και καιγόσουν εντός της αισθήτας των Θεών[39] και σε αλοιφή πολλή

και σε μέλι γλυκερό. Και πολλοί ήρωες Αχαιοί

με τα όπλα έτρεξαν γύρω από την πυρά καθώς καιγόσουν,

πεζοί και ιππείς. Και πολύς ορυμαγδός ορθώθηκε.

Αφού λοιπόν η πυρά σε διήνυσε του Ηφαίστου,

Ήωθεν συλλέγαμε τα λευκά σου οστά, Αχιλλέα,

σε οίνο άκρατο και αλοιφή. Κι έδωσε η μητέρα

χρυσό αμφορέα. Του Διονύσου δώρο[40]

έλεγε πως ήταν, έργο του περιάκουστου Ηφαίστου.

Εκεί μέσα κοίτονταν τα λευκά σου οστά, λαμπρέ Αχιλλέα,

Και μίγδην του θανόντος Πατρόκλου Μενοιτιάδου,

χωριστά δε του Αντιλόχου, που έξοχα τιμούσες από όλους

τους άλλους εταίρους μετά τον θανόντα Πάτροκλο.

Γύρω σας έπειτα μέγαν και αξεγάδιαστο τύμβο

χύσαμε των Αργείων ο ιερός στρατός των αιχμομάχων

επ’ ακτής προεχούσης, στον πλατύ Ελλήσποντο,

ώστε τηλεφανής από τον πόντο στους άνδρες να είναι

σε εκείνους που τώρα γεννήθηκαν, και σε όσους μετόπισθεν γεννηθούν.

Η μητέρα αιτήσασα από Θεούς περικαλλή έπαθλα

τα έθηκε σε μέσω αγώνι για τους άριστους των Αχαιών.

Ήδη πολλών ανδρών ταφή συνάντησες

ηρώων, όταν καμμιά φορά πεθαίνει βασιλιάς

και ζώνονται οι νέοι και ετοιμάζονται για τα έπαθλα.

Αλλά εκείνα αν είχες ιδή πολύ θα θαμπονώσουν

τέτοια που σου κατέθεσε η θεά περικαλλή έπαθλα,

η αργυρόποδη Θέτις. Γιατί μάλα φίλος ήσουν στους Θεούς.

Έτσι εσύ ουδέ θανών το όνομα απώλεσες, αλλά για σε πάντα

σε όλους τους ανθρώπους το κλέος θα είναι εσθλό, Αχιλλέα.»[41]

Και εδώ θα φέρουμε ένα «αρχαιολογικό» παράδειγμα : από την υστερομινωική νεκρόπολη στο Αρμένι Ρεθύμνου (θέση Πρινοκέφαλο, περιοχή Μοναχή Ελιά)[42], η κιβωτιόσχημη λάρνακα 2 από τον τάφο Ν.10 και η λάρνακα από τον τάφο Ν.24 (συλημένος) – η εν λόγω νεκρόπολη αριθμεί 200 τάφους που χρονολογούνται στο 1370 – 1340π.Χ. – οι τάφοι ήταν οικογενειακοί και περιείχαν πολλούς νεκρούς που αποθέτονταν είτε στο δάπεδο είτε σε σαρκοφάγους. Έχει ανασκαφεί κατά τα έτη 1969-71, 1973, 1976, 1978, 1980 μΧ.

Όσο αφορά την λάρνακα από τον τάφο Ν.10 και την λάρνακα από τον τάφο Ν.24 αντίστοιχα:

Τύπος : Κιβωτιόσχημη με κάλυμμα (Μ. Χ. 1709)

Χ. Ε . : Λαξευτός θαλαμοειδής τάφος 10 (λάρνακα 2)

Ε.Τ. : Μέσα στη λάρνακα βρέθηκε χάλκινη καρφίδα. Στην ίδια χρονική περίοδο με τη λάρνακα ανήκουν τα οστά τριών νεκρών και δέκα αγγεία.

Περιγραφή : Οι παραστάσεις είναι πολύχρωμες και έχουν αποδοθεί σε υπόλευκο βάθος με κόκκινο, κυανό και μαύρο χρώμα.

Κιβώτιο. Μακριές πλευρές, χωρισμένες σε δύο φατνώματα.

Κάλυμμα. Μακριές πλευρές, χωρισμένες σε δύο φατνώματα.

Η λάρνακα είναι προϊόν του ίδιου τεχνίτη που κόσμησε τις αρ. κατ. 22 και 65.

Χρονολόγηση : YΜΙΙΙΑ2

Βιβλιογραφία : Τζεδάκις 1971 : 220, εικ. 6, BCH 96 (1972) : 812, εικ. 512, ΑΔ 26 (1971), Β2 : 513, πιν. 524δ, Kanta 1980 : 214, Watrous 1991 : 299, πιν. 87 e, c, Godart-Tzedakis 1992 : πιν. CXXII-CXXIV. 1-2.

Τύπος : Κιβωτιόσχημη με κάλυμμα (Μ.Χ. 1712)

Χ.Ε . : Λαξευτός θαλαμοειδής τάφος 24 (λάρνακα 1)

Κατάσταση : Ακέραιη με συμπληρώσεις στα πόδια. Το κάλυμμά της σώζεται σε τεμάχια.

Περιγραφή : Η διακόσμηση της λάρνακας είναι πολύχρωμη : σε υπόλευκο βάθος

έχουν αποδοθεί τα θέματα με κυανό, κόκκινο και μαύρο χρώμα. Κιβώτιο.

Μακριές πλευρές χωρισμένες σε δύο φατνώματα.

Κάλυμμα : Σώζεται σε τεμάχια και φέρει παραστάσεις δ.κ. και δ.π.

Αυτή η λάρνακα και οι αρ. κατ. 18 και 65 κοσμήθηκαν από τον ίδιο τεχνίτη.

Χρονολόγηση : ΥΜΙΙΙΑ2

Βιβλιογραφία : Τζεδάκις 1971 : 218, 220, εικ.5, έγχρ. πίν. Γ, 1, ΑΔ 26 (1971), Β2 : 516, πιν. 527γ, BCH 96 (1972) : 811, εικ. 511, Tamvaki 1974 : 281, Hiller 1977 : πιν. 22α, Kanta 1980 : 214, Πωλογιώργη 1990 : 220, Watrous 1991 : 299, πιν. 87 f, g, Godart-Tzedakis 1992 : πιν. CXXIV. 3, CXX. 1-2, CXIX.[43]

Σε ορισμένους τάφους η προσέγγιση στο θάλαμο γίνεται με κατηφορικό δρόμο και σε άλλους με σκαλιά. Τα κτερίσματα – κεραμική, ειδώλια, χάλκινα όπλα, εργαλεία, ιερατικά κοσμήματα, ήταν πάμπολλα καθώς οι περισσότεροι από τους τάφους βρέθηκαν ασύλητοι και γι’ αυτό περιείχαν πάρα πολλά «ευρήματα«.

4 φωτογραφίες είναι από λάρνακα από τον τάφο Νο.10 

2 φωτογραφίερς από λάρνακα από τον τάφο Νο.24.

 

Επίσης χαρακτηριστική περίπτωση ταφικού «μνημίου» αποτελεί η γραπτή ασβεστολιθική λάρνακα/σαρκοφάγος που έχει βρεθεί στην Αγία Τριάδα Μεσαράς Ηρακλείου (σχετικά κοντά στην Φαιστό) – χρονολογείται στο 1370 – 1320 π.Χ. (Υστερομινωική ΙΙΙ).

Η Αγία Τριάδα υπήρξε αναμφίβολα διοικητικό κέντρο ενταγμένο στο ανακτορικό διοικητικό δίκτυο, η εκεί έπαυλη που κτίστηκε κατά τη ΜΜ ΙΙΙ και τροποποιήθηκε κατά την ΥΜ ΙΑ υιοθετώντας πολλά κνωσιακά στοιχεία. Το νεκροταφείο της Αγίας Τριάδας βρίσκεται στο δυτικό άκρο του λόφου όπου βρίσκεται το ανάκτορο της Φαιστού, 100 μ. ΒΑ της νέο-ανακτορικής έπαυλης της Αγίας Τριάδας. Η χρήση του φαίνεται πως καλύπτει σχεδόν όλη τη μινωική εποχή. Απέχει περίπου 2 χμ. από το ανάκτορο της Φαιστού και ενδέχεται να χρησίμευσε ως νεκροταφείο και των δυο οικισμών. Επίσης σε συγκεκριμένες περιόδους, λειτουργούσε ως τελετουργικό κέντρο. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τη χρήση του από δυο σημαντικά κέντρα, δικαιολογεί τη μακρότατη χρήση του. Αν και δεν έχει ολοκληρωθεί η ανασκαφή του, μέχρι στιγμής περιλαμβάνει κατάλοιπα πέντε τουλάχιστον τάφων και ταφικών κτηρίων. Τα πρωιμότερα από αυτά είναι δυο κυκλικοί/θολωτοί τάφοι, που βρίσκονται στους πρόποδες του λόφου προς τα βόρεια. Πρόκειται για τους Θολωτούς τάφους Α’ και Β’, που φαίνεται ότι κατασκευάστηκαν στην ΠΜ II, ενώ στο τέλος της Προ-ανακτορικής περιόδου σειρά προθαλάμων προστέθηκε στη ΝΑ τους πλευρά. Την ίδια περίοδο ένας περίβολος μήκους 13.65μ. προστέθηκε στη Δ πλευρά του Θολωτού τάφου Α’. Τόσο οι κυκλικοί τάφοι, όσο και ο τοίχος συνέχισαν να χρησιμοποιούνται και κατά την Παλαιο-ανακτορική περίοδο. Νότια του θολωτού Α’, σε ψηλότερο σημείο στην πλαγιά του λόφου, βρίσκεται το Νότιο Κτίριο που κατασκευάστηκε στη MM ΙΑ περίοδο, ενώ νότια του θολωτού Β’, στο ψηλότερο σημείο του νεκροταφείου, βρίσκεται ο τάφος 5 που φαίνεται ότι κατασκευάστηκε στη Νέο-ανακτορική περίοδο. Ανάμεσα σε αυτόν και στο Θολωτό Β’, βρίσκεται ο τάφος-οικία (τάφος 4) της ΥΜ IIIA που περιείχε την περίφημη σαρκοφάγο της Αγίας Τριάδας.[44]

Το παλαιό νεκροταφείο στην Αγία Τριάδα φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε κι αυτό επιλεκτικά κατά τα νέο-ανακτορικά χρόνια, ίσως από την εκεί διαμένουσα αριστοκρατική ομάδα, ίσως όμως και από εκείνη της γειτονικής Φαιστού. Ταφές φαίνεται πως έγιναν μόνο στο κτήριο 5, καθώς και μια μεμονωμένη ταφή σε πρόσκτισμα του θολωτού Β’. Το κτίριο 5 είναι ένα κτίριο επίσης με έντονα χαρακτηριστικά ταφικής λατρείας.[45]

Ο οικιόσχημος Τάφος 4 ή, όπως είναι γνωστός, «Τάφος της Γραπτής Σαρκοφάγου» στην Αγία Τριάδα, που είναι κατασκευασμένη αρχές της ΥΜ ΙΙΙΑ2[46]είναι μα υπέργεια κατασκευή, τετράγωνης κάτοψης, με έκκεντρη θύρα στη ΒΑ της πλευρά. Οι τοίχοι της κατασκευής είναι ιδιαίτερα παχύς (3,85 Χ 4,10 μ.), κατάλληλοι να αντέξουν το βάρος ενός υπερκείμενου ορόφου, ενώ ο εσωτερικός ωφέλιμος χώρος σχετικά μικρός (1,95 Χ 2,39 μ.). Το δάπεδο είχε διαμορφωθεί πάνω στο φυσικό βράχο. Κατά την ανασκαφή, είχε παρατηρηθεί πως στην ανώτερη επιφάνεια των τοίχων είχε διαμορφωθεί περιχείλωμα, προφανώς για τη στήριξη ξύλινων δοκών, γεγονός που, από τη βέβαιη στέγαση του χώρου με δώμα, καθιστά πιθανή την ύπαρξη ανωδομής από ελαφρά υλικά, πιθανότατα ωμοπλίνθους. Έχει διατυπωθεί άλλωστε η άποψη πως το κτήριο που αναπαριστάται στη λήκυθο-σαρκοφάγο απεικονίζει τον ίδιο τον τάφο που την περιείχε. Στο εσωτερικό του τάφου είχαν τοποθετηθεί δυο σαρκοφάγοι. Η πρώτη, πήλινη, είχε τοποθετηθεί σε λαξευμένο στο δάπεδο λάκκο, που είχε ανοιχτεί ακριβώς απέναντι από τη θύρα. Ο ανασκαφέας πίστευε πως είχε χρησιμοποιηθεί ως οστεοθήκη. Αν και δεν υφίσταται οστεολογικό υλικό που να τεκμηριώνει μια τέτοια υπόθεση, το γεγονός πως ήταν τοποθετημένες σε ρηχό λάκκο, από τον οποίο και εξείχε το σαμαρωτό πώμα της σαρκοφάγου, ίσως αποτελεί ένδειξη για μια τέτοια ερμηνεία. Η δεύτερη σαρκοφάγος, λίθινη, επιχρισμένη με λευκό κονίαμα και διακοσμημένη με γραπτές παραστάσεις, είχε τοποθετηθεί επί του δαπέδου, σε παράλληλη διάταξη με το λάκκο και είναι αυτή στην οποία ο τάφος οφείλει το όνομά του. Η σαρκοφάγος περιείχε τμήματα από 2 κρανία.[47]

Ο La Rosa (2000) θεωρεί πως o νεκρός της λίθινης σαρκοφάγου είχε δεχτεί ως δώρο από τη βασίλισσα Tiyi (ή Taia, Tiy, Tiye) τον από στεατίτη σκαραβαίο μαζί με την δέλτο της – που τοποθετήθηκε στο γειτονικό Τάφο 5, στον «τάφο των χρυσών αντικειμένων». [48]

Σχετικά με τη χρονολόγηση του αντικειμένου βλ. Soles 1992, 124. Oι Platon – Pini 1984 την αναφέρουν ως ελεφάντινη κομβιόσχημη με 6 αιγυπτιακά ιερογλυφικά.

Η ύπαρξη αυτών των Αιγυπτιακών δώρων στον «τάφο των χρυσών αντικειμένων» της Αγίας Τριάδας Μεσαράς Ηρακλείου – εκ μέρους της Αιγύπτιας βασίλισσας Tiyi – εξηγεί ποιάς καταγωγής είναι οι ερυθρού χρώματος δέρματος άνθρωποι (μουσικοί και ιερείς) που αναπαρίστανται επί της γραπτής σαρκοφάγου της Αγίας Τριάδας να παίρνουν μέρος στην λατρεία των Θεών και των νεκρών μαζί με τους Κρήτες ιερείς και ιέρειες!

Βέβαια εδώ και χιλιετηρίδες, όπως σε όλες τις νεκροπόλεις εδώ και 1500+ έτη, έχει σταματήσει η λατρεία των Χθόνιων Θεών και των νεκρών. Όμως έχει επιτελεστεί και η μέγιστη ύβρις από την πλευρά της εν τη γενέσει ανθρωπότητας, μιας και άμα την ανασκαφή των νεκροπόλεων οι νεκροί που εμπεριείχαν, ιδικά τα πρώτα έτη της αρχαιολογικής σκαπάνης στην Ελλάδα, στο 99% του συνόλου τους δεν έτυχαν κανενός σεβασμού και πετάγονταν κυριολεκτικά στον κάλαθο των αχρήστων από τους αρχαιολόγους, μας και το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν τα κτερίσματα των νεκρών τα οποία ήθελαν να τοποθετήσουν στα μουσεία και τις προσωπικές τους συλλογές ως τρόπαια! Δυστυχώς ξεχάσαμε παντελώς τα λόγια του Πλάτωνα που λέει αφενός : 

«”Ποια πράξη όμως είναι αρεστή στο θεό και σύμφωνη με την θέλησή του ;; Υπάρχει μόνο μία, που την εκφράζει το παλιό ρητό : στο όμοιο αρέσει το όμοιο που τηρεί το μέτρο. Τα υπερβολικά δεν είναι αρεστά ούτε μεταξύ τους ούτε σε εκείνα που έχουν μέτρο. Κατά την άποψή μας, ο θεός είναι το βασικό μέτρο των πραγμάτων, πολύ περισσότερο από τον άνθρωπο όπως υποστηρίζουν μερικοί. Αν θέλει λοιπόν κανείς να γίνει προσφιλής στον θεό πρέπει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να του μοιάσει. Σύμφωνα με την παραπάνω αρχή, όποιος είναι συνετός θα έχει την φιλία του θεού – αφού θα του μοιάζει – ενώ ο μη σώφρων και άδικος, ως εντελώς διαφορετικός από τον θεό, θα είναι εχθρός του. Το ίδιο ισχύει  και για όλα τα άλλα. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι λογική συνέπεια του συλλογισμού αυτού είναι το εξής δίδαγμα, που το θεωρώ κάλλιστο και αληθέστατο από όλα τα άλλα. Για τον αγαθό άνθρωπο, το κάλλιστο και άριστο μέσο για να ζήσει ευδαίμονα βίο είναι να θύειν στους θεούς και να προσομιλεί αεί μαζί τους με την ευχή, τα αναθήματα και την θεραπεία.  Για τον κακό άνθρωπο είναι φυσικό να συμβαίνει το αντίθετο, αφού έχει ακάθαρτη ψυχή. Τόσο ο θεός όσο και ο αγαθός άνθρωπος δεν είναι σωστό να δέχονται δώρα από βρώμικα χέρια – κάτι που σημαίνει ότι ο κόπος που καταβάλλουν οι ασεβείς για να αποκτήσουν την εύνοια των θεών πάει χαμένος, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τις προσπάθειες των ενάρετων. Αυτός λοιπόν πρέπει να είναι ο στόχος μας. Ποια όμως είναι τα βέλη μας και τα μηχανήματα με τα οποία θα τα εκτοξεύσουμε ;; Ας πούμε πως αυτά είναι τα όπλα μας, πρώτο και καλύτερο θεωρείται η απόδοση τιμών στους Ολύμπιους θεούς που έχουν την πόλη και μετά στους χθόνιους θεούς. Στους πρώτους κατά τον σκοπό της ευσέβειας πρέπει ορθότατα να προσφέρονται τα άρτια και τα δεξιά, ενώ στους δεύτερους τα περιττά και αριστερά. Στην συνέχεια ο έμφρων οργιασθείς θα αποδώσει τιμές στους Δαίμονες, στους Ήρωες. Έπειτα στα ιδρύματα των πατρώων Θεών – όπως προστάζει ο νόμος – και τέλος στους ζωντανούς γονείς, αφού είναι σωστό και δίκαιο να πληρώνει κανείς πρώτα τα πιο σημαντικά χρέη του  και στην συνέχεια τα υπόλοιπα. Πρέπει να θεωρεί ότι όλα όσα απέκτησε και διαθέτει τα χρωστά σε εκείνους που τον γέννησαν και τον μεγάλωσαν, ώστε να τα χρησιμοποιεί πρόθυμα για την εξυπηρέτησή τους. Πρέπει να τους βοηθά με την περιουσία του, με τη σωματική του δύναμη και με όλη τη δύναμη της ψυχής τους. Έτσι ξεπληρώνει τις φροντίδες και τους κόπους που κατέβαλαν για αυτόν, το δάνειο δηλ. που του έδωσαν όταν ήταν νέος, το οποίο έχουν μεγάλη ανάγκη στα γεράματά τους. Σε όλη του τη ζωή ο άνθρωπος οφείλει να μιλά με ευδημία στους γονείς του, γιατί τα άστοχα και επιπόλαια λόγια τιμωρούνται αυστηρά. Όλες οι πράξεις μας παρακολουθούνται εκ της Νεμέσεως, αγγέλου της Δίκης. Αν οι γονείς οργιστούν, ο νέος πρέπει να υποχωρεί και να τους αφήνει να ξεσπάσουν με λόγια ή με έργα, χωρίς να τους κρατά κακία. Πρέπει να αντιλαμβάνεται ότι είναι φυσικό να θυμώνει ένας πατέρας όταν θεωρεί ότι το παιδί τον αδικεί. Κι όταν πεθάνουν οι γονείς μας, πρέπει να τους κάνουμε την σωφρονέστατη και καλλίστη ταφή, χωρίς να ξεπερνάμε τα όρια αλλά και χωρίς να υστερούμε σε όσα έφτιαχναν οι πρόγονοί μας για τους δικούς τους γονείς. Κάθε έτος οφείλουμε να τιμάμε την διαιώνιση της μνήμη τους και να τους προσφέρουμε το μερίδιο που τους ανήκει από τα αγαθά που διαθέτουμε. Αν το κάνουμε αυτό και ζήσουμε συμφώνως με τους κανόνες που αναφέραμε, καθένας μας θα πάρει την αμοιβή που του αξίζει από τους θεούς και από τοα κρείττονα γένη, έτσι ώστε να περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ευτυχισμένος”. Οι νόμοι καθόρισαν επίσης τις υποχρεώσεις μας προς τα τέκνα, τους συγγενείς, τους φίλους και τους συμπολίτες μας αλλά και τα ξενικά προς θεών θεραπεύματα. Όρισαν επίσης με τον οποίο πρέπει να φερόμαστε σε κάθε κατηγορία αυτών των ανθρώπων, αν θέλουμε να ζήσουμε μια όμορφη ζωή χωρίς να παραβαίνουμε τον νόμο, αλλά πείθοντας και άλλοτε τιμωρώντας εκείνους που δεν θέλουν να συμμορφωθούν, ώστε η πόλη μας να γίνει εύδαιμον και μακαρία με την βοήθεια των θεών».[49]

Αφετέρου ότι :

«Αθηναίος : Ούτε Θεός ούτε λογικός άνθρωπος θα συμβούλευε ποτέ κάποιον να παραμελίσει τους γονείς του. Αντίθετα, πρέπει όλοι να καταλάβουμε ότι αυτή η εισαγωγή, που αναφέρεται στην θεραπεία(λατρεία) των Θεών, ταιριάζει και στις τιμές που οφείλουμε στον πατέρα και στη μητέρα μας. Από τα παλιά χρόνια υπάρχουν δυο ειδών νόμοι σχετικά με τους Θεούς. Τους μεν σαφώς βλέπώμενους τους τιμούμε ενώ για τους μη βλεπώμενους ιδρύουμε εικόνας αγάλματα, ώστε δια αυτών των άψυχων αγαλμάτων, να μας δίνεται η εύνοια και η χάρις των έμψυχων θεών. Αυτό σημαίνει ότι όποις έχει στον οίκο του τον πατέρα του, τη μητέρα του ή τους γονείς αυτών, καταβεβλημένοι εκ του γήρατος, οφείλει να τους προσφέρει όλη την θεραπεία που μπορεί, σαν να έχει ένα εφέστιο οίκιμα εν οικία, το οποίο τίποτα άλλο δεν μπορεί να ξεπεράσει σε δύναμη.

Κλεινείας : Ποια είναι αυτή η ορθότητηα στην οποία αναφέρεσαι.

Αθηναίος : θα σας εξηγήσω. Πρόκειται για πράγματα που αξίζει να ακούσει κάποιος, φίλοι μου.

Κλεινείας : Λέγε λοιπόν.

Αθηναίος : Όπως λένε, ο Οιδίποδας ατιμασθείς καταράστηκε τους γιούς του και οι Θεοί άκουσαν και δέχτηκαν σαν τέλειο ύμνο τις κατάρες του. Ο Αμύντορας εξοργίστηκε και καταράστηκε τον γιό του Φοίνικα. Ο Θησέας έκανε το ίδιο με τον Ιππόλυτο, καθώς και μυριάδες άλλοι γονείς με τους γιούς τους. Εξ αυτών των γεγονότων είναι ολοφάνερο ότι οι Θεοί παίρνουν το μέρος των γονέων, των οποίων η κατάρα έχει μεγαλύτερη δύναμη από οτιδήποτε άλλο – και αυτό είναι το απολύτως ορθό. Ας μη νομίζουμε όμως ότι οι Θεοί ακούνε μόνο τις κατάρες των γονιών, στους οποίους έχουν φερθεί άσχημα τα παιδιά τους. Το ίδιο κάνουν και με τις ευχές τους, όταν τους σέβονται και τους δίνουν χαρά, οπότε ζητούν από τους θεούς θα ήταν άδικοι, κάτι που είπαμε ότι δεν ταιριάζει στην φύση τους.

Κλεινίας : Πολύ ορθά.

Αθηναίος : πρέπει λοιπόν να δεχτούμε ότι δεν κατέχουμε τιμιώτερο άγαλμα προς τους Θεούς από τον πατέρα και τον προπάτορα, που έχουν εξασθενίσει από τα γηρατειά, ή από την μητέρα που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση. Όταν τους τιμά , ο θεός χαίρεται, ενώ στην αντίθετη περίπτωση δεν εισακούει τις προσευχές τους. Αυτά τα ιδρύματα, οι πρόγονοι, είναι πολύ ανώτεροι των άψυχων αγαλμάτων, γιατί ενώνουν μαζί με τις προσευχές τους εφόσον τους τιμάμε ή μας καταριούνται, όταν τους περιφρονούμε. Τα άψυχα δεν κάνουν ούτε το ένα ούτε το άλλο. Έτσι αν σέβεται κάποιος τον πατέρα του, τον προπάτορά του και άλλους γέρους συγγενείς του, θα εξασφαλίσει με αυτούς την εύνοια των θεών πολύ αποτελεσματικότερα από οποιαδήποτε άλλο άγαλμα.

Κλεινίας : Κάλλιστα τα είπες.

Αθηναίος : Κάθε ένας που έχει νου, επομένως, φοβάτε και τιμά τις ευχές των γονειών του, γιατί γνωρίζει ότι πραγματοποιούνται. Αφού λοιπόν έτσι είναι τα πράγματα, για τους αγαθούς είναι ευτύχημα να ζήσουν οι γονείς του πολλά έτη, ενώ όταν πεθάνουν νέοι θα τους επιθυμίσουν, ενώ οι κακοί θα τους τρέμουν. Για αυτό πρέπει όλοι να τιμούν τους γονείς τους, όπως προστάζει ο νόμος υπακούοντας στα επιχειρήματα μας.»[50]

Καθώς επίσης το γεγονός πως σχολιάζοντας ο Ιεροκλής, στο «Υπόμνημα εις τα Πυθαγορικά Χρυσά Έπη,4.1.1 – 4.4.12»),  τον τρίτο στίχο από τα «Χρυσά Έπη» των Πυθαγορείων :

«και τους καταχθόνιους δαίμονες να σέβεσαι, τελώντας τα νόμιμα»[51], και αφού επεξηγήσει ότι «η προσωνυμία του καταχθόνιου Δαίμονα δεν ταιριάζει σε κανέναν άλλο παρά σε αυτόν που εκ φύσεως είναι άνθρωπος αλλά γίνεται “κατά θέση Δαίμονας” και δαήμων (=γνώστης) και επιστήμων του θεού, επειδή το τρίτο γένος λέγεται ειδικά χθόνιο επειδή είναι τελευταίο μέσα στις λογικές ουσίες και στρέφεται στην χθόνια ζωή. Γιατί το πρώτο ήταν ουράνιο και το δεύτερο αιθέριο», αφενός μας προτρέπει να σεβόμαστε και να τιμούμε τους ανθρώπους που έχουν συνταχθεί με τα θεία γένη, τους ισοδαίμονες, τους ισαγγέλους και τους όμοιους με τους ένδοξους ήρωες, αφετέρου μας αναφέρει τα εξής: «Το να τελούμε τα νόμιμα σημαίνει να υπακούμε στα παραγγέλματα που μας έχουν αφήσει, και να εμμένουμε στα λόγια τους σαν να είναι νόμοι, και να ακολουθούμε τον ίδιο δρόμο της ζωής, τον οποίο αφού διένυσαν εκείνοι, δεν αρνήθηκαν από φθόνο να μας τον κοινοποιήσουν, αλλά αγωνίστηκαν να τον φυλάξουν για τους μεταγενεστέρους σαν μια αθάνατη και πατρική κληρονομιά, εναποθέτοντας σε συγγράμματα τα στοιχεία των αρετών και τους κανόνες της αλήθειας προς τον κοινόν όφελος».

Εν ολίγοις κατανοούμε ότι τα συγγράμματα που μας έχουν αφήσει οι παλαιοί Έλληνες, για παράδειγμα: τα Ομηρικά Έπη, οι Πλατωνικοί διάλογοι, οι Τραγωδίες, δεν είναι κάποια λογοτεχνικά κείμενα, που στην καλύτερη περίπτωση πρέπει να τα εκλαμβάνουμε ως μία μορφή ηθικολογίας. Αλλά είναι, όπως λέει ο Ιεροκλής, ο δρόμος της ζωής που πορεύθηκαν εκείνοι οι παλαιοί άνθρωποι για να φτάσουν στην ομοίωση με το Θείον.

Και ας θυμηθούμε τα όσα λέγει ο σχολάρχης της Πλατωνικής Ακαδημίας Μαρίνος Νεαπόλεως για τον θάνατο του θειότατου Ιεροφάντη & δασκάλου του Πρόκλο (στο “Βίος Πρόκλου ή περί αρετής, 35.”):

«Και το σώμα του αξιώθηκε λατρείας κατά τα πάτρια των Αθηναίων, και όπως ο ίδιος διέταξε όταν ακόμη ζούσε. Γιατί και αυτό επίσης υπήρξε στον μακάριο άνδρα, περισσότερο από κάθε άλλον, η γνώση και η επιμέλεια όλων των δρώμενων προς τους νεκρούς. Γιατί δεν είχε παραλείψει καμία ευκαιρία της συνηθισμένης αυτών λατρείας για τους νεκρούς σε κάποιες συγκεκριμένες ημέρες του χρόνου, και περιερχόμενος τους τάφους των Αττικών ηρώων και τα μνήματα των φιλοσόφων και των άλλων που υπήρξαν φίλοι και γνώριμοι του, έπραττε τα νενομισμένα όχι μέσω κάποιου άλλου, αλλά ενεργώντας ο ίδιος. Και μετά από την λατρεία καθενός, έφευγε για την Ακαδημία και τις ψυχές των προγόνων του και των ομόγνοιων του σε καθορισμένο από τον ίδιο τόπο εξιλέωνε. Στις ψυχές πάλι όλων των φιλοσοφισάντων από κοινού σε άλλο τόπο τους πρόσφερε χοές. Και εκτός από όλους αυτούς, ο ευαγέστατος ανήρ οριοθέτησε και ένα τρίτο τόπο και μέσα σε αυτόν αφοσιώνονταν σε όλες τις ψυχές των νεκρών. Αφού, λοιπόν, ντύθηκε το σώμα του σύμφωνα με την δική του υπόδειξη, όπως ειπώθηκε, και αφού μεταφέρθηκε από τους φίλους το, ετάφη στα ανατολικά προάστια της πόλης προς τον Λυκαβηττό, όπου βρίσκεται και το σώμα του καθοδηγητή μας Συριανού».

Για να μπορέσουμε, λοιπόν, έστω και λίγο να οσφρανθούμε το βάθος της ύβρεως που έχει επιτελεστεί εκ μέρους της στην παρούσα κοσμολογική περίοδο εν τη γενέσει ανθρωπότητας απέναντι στους νεκρούς και τις θεουργικέ ταφές τους – κυρίως της 1ης και 2ης π.Χ. χιλιετηρίδας – θα αναφέρουμε τα όσα λέγει Πλάτων αφενός στους «Νόμους»:

«Δεν έχει σημασία αν κάποιος δημιουργεί μια νέα πόλη ή επισκευάζει μια παλαιά και κατεστραμμένη. Και στις δυο περιπτώσεις, τα σχετικά με τους Θεούς και τα ιερά, αυτά που σε έκαστη πόλη ιδρύονται αλλά και πως θα ονομάζονται Θεών ή Δαιμόνων, ουδείς, αν έχει νου, θα τολμήσει να κινήσει αυτά που υπέδειξαν τα μαντεία των Δελφών, της Δωδώνης και του Άμμωνα ή κάποιοι παλαιοί λόγοι, δημιουργημένοι από φάσματα ή από θεία επίπνοια, έπεισαν και κάποιοι πείστηκαν, να καθιέρωσαν θυσίες και τελετές είτε αύτοθεν επιχώριες είτε Τυρρηνικές ή Κύπριες ή από άλλα μέρη, καθώς επίσης να καθιερώσουν φήμες, αγάλματα, βωμούς, ναούς και τεμένη μέσα σε ιερά άλση. Ο νομοθέτης δεν πρέπει λοιπόν να θίξει ούτε το παραμικρή τους λεπτομέρεια αλλά να αφιερώσει κάθε ομάδα πολιτών σε κάποιον Θεό, Δαίμονα ή Ήρωα. Όταν δε μοιράσει την γη θα πρέπει να δημιουργήσει ιερά τεμένη και να τους εφοδιάσει με όλα τα κατάλληλα έτσι ώστε, όταν θα γίνονται συγκεντρώσεις σε προκαθορισμένες ημερομηνίες, να διευκολύνεται η εξυπηρέτηση όλων των αναγκών και να αναπτύσσονται φιλικές σχέσεις ανάμεσα στους πολίτες στην διάρκεια των θυσιών.»[52]

αφετέρου στην «Πολιτεία» – όταν αναφέρεται στους νόμους που θα πρέπει να θεσπίζονται λέγει εκτός των άλλων :

«- τα μέγιστα, κάλλιστα και σπουδαιότερα νομοθετήματα απομένουν στον Δελφικό Απόλλωνα.

– Ποια ;

Αυτά που αναφέρονται στην ίδρυση των ιερών και των θυσιών[53], και στις άλλες λατρείες των Θεών, των Δαιμόνων και των Ηρώων[54], στις θήκες των νεκρών και στις υπηρεσίες που τους πρέπουν για να μας είναι ιλεώς προσκείμενοι. Αυτά εμείς δεν τα ξέρουμε και δεν θα πεισθούμε σε κανέναν, αν έχουμε νου, ούτε θα χρησιμοποιήσουμε άλλην εξηγητή παρά μόνο τον πάτριο. Γιατί αυτός ο θεός είναι για όλους τους ανθρώπους ο πάτριος εξηγητής αυτών των θεμάτων, που κάθεται στο μέσον της γης, επί του ομφαλού, και δίνει εξηγήσεις περί αυτών.»[55]

Το πόσο μεγάλη σημασία έχει η λατρεία των νεκρών – δια των χοών και σπονδών προς αυτούς – φαίνεται ξεκάθαρα σε όσους δεν είναι ανίδεοι από τέτοια θέματα στην ραγωδία «Χοηφόροι» του Αισχύλου. Στο σημείο που η Ηλέκτρα τελεί χοές στον νεκρό πατέρα της Αγαμέμνονα :

«Κήρυκα μέγιστε των άνω και των κάτω, άκουσε και κήρυξε, Ερμή Χθόνιε, για ‘μένα να ακούσουν τις ικεσίες μου οι κάτω Δαίμονες της γης, επίσκοποι των πατρώων αιμάτων και η γη η ίδια που γεννά τα πάντα, και αφού τα θρέψει, παίρνει από αυτά πάλι το σπέρμα. Και ενώ εγώ χύνω τις χοές για τους νεκρούς, καλώ και λέω “πατέρα εποικτείρε εμέ και τον Ορέστη πώς να εξουσιάσουμε στο σπίτι μας. Γιατί τώρα, σαν πουλημένοι σκλάβοι γυρίζουμε αλήτες κατά τη θέληση της μάννας μας. Αντι για εσέ προτίμησε για άνδρα της τον Αίγισθο, αυτόν που έγινε αιτία του θανάτου σου. Έγώ είμαι σαν δούλα. Ο Ορέστης είναι εξόριστος από τα κτήματά του, ενώ αυτοί θρασύτατα ευφραίνονται με τους δικούς σου κόπους. Εύχομαι σε εσέ, πατέρα μου, να έλθει με κάποια τύχη ο Ορέστης. Εμένα δώσε μου να γίνω πιο σώφρων από τη μάννα μου και ευσεβεστέρα. Λέω για μας αυτές τις ευχές. Για τους εχθρούς μας να φανεί, πατέρα, ένας τιμωρός, το φονικό να ανταποδώσει στους φονιάδες. Αυτά βάζω στην μέση της καλής ευχής μου, για εκείνους λέω την κακή ευχή μου. Για εμάς να είσαι πομπός εσθλών από εκεί πάνω με τη βοήθεια των Θεών, της Γής και της νικηφόρας Δίκης. Ύστερα από τις ευχές μου αυτές επισπένδω τούτες τις χοές. Και εσείς, κατά τον νόμο, να τις στολίσεται με θρήνους λέγοντας τον παιάνα του κωκυτού».[56]

Αλλά και στην τραγωδία του Αισχύλου «Ικέτιδες», στους πρώτους στίχου που δια στόματος της κορυφαίας του χορού λέγεται:

«Ω πόλις, ω γη, και λευκό ύδωρ, ύπατοι Θεοί, και βαρύτιμοι[57] χθόνιοι που κατέχετε τις θήκες, και Ζεύς Σώτηρ τρίτε, οικοφύλαξ[58] των όσιων ανθρώπων, δεχτείτε σαν ικέτες[59] το γυναικείο στόλο,»[60]

Άραγε, ρωτώντας ρητορικά πάντα, οι νεκροί του γένους μας, μιας και όχι μόνον δεν αποδίδουμε – εδώ και 2 χιλιετηρίδες – τις πρέπουσες τιμές προς αυτούς, αλλά έχουμε συλήσει και τους τάφους τους, είναι ιλεώς προσκείμενοι προς εμάς στην παρούσα κοσμολογικοί περίοδο ; Η ύβρις αυτή τι επιπτώσεις έχει πάνω στο γένος των Ελλήνων εκ μέρους του Διός και της Αθηνάς και της τιμωρού Δίκης ;

Για να δώσουμε ένα παράδειγμα θα αναφέρουμε τα λόγια του Ορέστη προς την Παλλάδα, όταν αυτή τον σώζει με την ψήφο της στον Άρειο Πάγο – έτσι όπως το περιγράφει ο Αισχύλος στην τραγωδία του «Ευμενίδες» :

«Ω Παλλάς, ώ σώσσασα τους δόμους μου, και την πατρώα γη μου, που τη στερήθηκα, συ μου τη δίνεις. Και κάποιος Έλληνας θα πη “έγινε πάλι Αργείος ο Ορέστης και κατοικεί στα πατρικά του κτήματα χάρις την Αθηνά και στον Λοξία, και τρίτο στο Σωτήρα, τον κυβερνήτη όλων, που λυπήθηκε το φόνο του πατέρα μου και ενώ βλέπει τούτες, της μητέρας μου συνδίκους, όμως με σώζει. Και τώρα φεύγω για τους δόμους μου, αφού ορκισθώ όρκο αιώνιο, παντοτινό στη χώρα αυτή και στο λαό σου : κανένας άρχοντα της χώρας μου δεν θα έρθει εδώ να φέρει το κεκασμένο[61] δόρυ. Γιατί εγώ, που θα είμαι τότε εν τάφοις, όποιους θα παραβούν τους τωρινούς μου όρκους θα τους βυθίσω σε συμφορές ατελείωτες, τους δρόμους τους θα κάνω θλιβερούς και στα περάσματα τους θα βάζω οιωνούς απαίσιους, για να μετανοήσουν για το έργο τους. Αν όμως τηρηθούν οι όρκοι μου, και αυτοί τιμούν την πόλη της Παλλάδος με πολέμου συμμαχία, τότε θα είμαι ευμενέστατος. Και τώρα χαίρε και συ και ο λαός της χώρας και είθε να συντρίβεις τους εχθρού σε πόλεμο για την σωτηρία και για νίκη του στρατού σου.”»[62]

Επίσης θα αναφέρουμε τα λόγια του Ορέστη, γιού του Αγαμέμνονα, στην τραγωδία «Χοηφόροι» του Αισχύλου :

«από τα εκ γης δυσφρόνων μηνίματα έρχονται αρώστιες φοβερές και κατατρώνε τις σάρκες, λέπρες που με άγρια σαγόνια φθείρουν του σώματος το σχήμα και τρίχες άσπρες εμφανίζονται πάνω στην πληγή.»[63]

Βέβαια η περίπτωση ιεροσυλίας είναι ένα εκ των θεμάτων που ο Πλάτων νομοθετεί στους «Νόμους» :

«Ας πάρουμε κάποιον που μια κακή επιθυμία τον σκανδαλίζει όλη μέρα και τον κρατά άγρυπνο τη νύχτα, παρακινώντας τον να συλήσει κάποιο ιερό αντικείμενο. Θα του δίναμε τις παρακάτω συμβουλές : “Ω θαυμάσιε, η επιθυμία που σε σπρώχνει στην ιεροσυλία προέρχεται από κάτι που δεν είναι ούτε ανθρώπινο ούτε θεϊκό. Είναι ένας οίστρος, έμφυτος στον άνθρωπο, ως αποτέλεσμα παλιών και ακάθαρτων αμαρτημάτων[64], ο οποίος σε τριγυρίζει διαρκώς προξενώντας καταστροφές – και πρέπει να κάνουμε ότι μπορούμε για να γίνεις ευλαβείς. Να τι είναι ευλάβεια, μάθε. Όταν σου έρχεται κάποια τέτοια σκέψη, να καταφεύγεις στις αποδιοπομπήσεις[65] καθώς και στα ιερά των αποτροπαίων Θεών ικέτη. Να συναναστρέφεσαι αγαθούς ανθρώπους, ακούς τα λόγια τους, όταν λένε ότι πρέπει να τιμάμε το καλό και το δίκαιο, και να αποφεύγεις τις κακές συναναστροφές χωρίς να ρίχνεις ούτε ματιά πίσω σου. Αν, μετά από όλα αυτά, διαπιστώσεις ότι ξεφεύγεις από το νόσημα, όλα θα πάνε καλά. Διαφορετικά είναι καλλίτερο να αποζητήσεις τον θάνατο, με τη σκέψη ότι είναι προτιμότερος από έναν τέτοιο βίο.” Αυτές είναι οι παραινέσεις που πρέπει να κάνουμε σε όσους σκέφτονται να διαπράξουν τέτοιες ανόσιες πράξεις που οδηγούν την πόλη στην καταστροφή. Ο νόμος ας σωπάσει γι’ αυτόν που υπακούει. Σε περίπτωση όμως ανυπακοής, ας αφήσουμε τον νόμο να μιλήσει όπως πρέπει. Αν συλληφθεί κάποιος να διαπράττει ιεροσυλία, δούλος ή ξένος, θα σημαδεύεται στο μέτωπο και στα χέρια με το στίγμα της ατίμωσης και θα τιμωρείται με όσα μαστιγώματα θα αποφασίσουν οι δικαστές. Ύστερα, θα τον διώχνουν γυμνό έξω από τα σύνορα της χώρας. Ίσως αυτή η ποινή να τον διδάξει να είναι συγκρατημένος και να τον βελτιώσει σωφρονισθέντα. Άλλωστε καμία δίκη που επιβάλλει ο νόμος δεν γίνεται για κακό, αλλά αποβλέπει γενικά σε δυο στόχους, να βελτιώσει τον ένοχο ή να τον κάνει όσο το δυνατόν μοχθηρότερο. Αν βρεθεί ελεύθερος πολίτης ένοχος για τέτοια αδικήματα απέναντι σε Θεούς, τους γονείς του ή την πόλη, ο δικαστής θα τον θεωρήσει αθεράπευτο, έχοντας κατά νου το είδος της παιδείας και της ανατροφής που πήρε όταν ήταν παιδί, θα σκεφτεί ότι δεν μπορεί να παραμείνει ενάρετος και θα τον καταδικάσει σε θάνατο, δηλαδή το πιο μικρό κακό[66]. Το παράδειγμά του θα γίνει μάθημα για τους άλλους, αφού θα εξαφανιστεί από την πόλη στερημένος από κάθε τιμή. Αν τα παιδιά και η οικογένειά του δεν ακολουθήσουν τις πατρικές συνήθειες, θα εκτιμηθούν και θα παινευτούν από όλους για το θάρρος και την επιμονή τους, με την οποία κατάφεραν να αποφύγουν το κακό και να στραφούν στην αρετή.»[67]

Πέραν αυτών θα πρέπει να ξέρουμε πως συμφώνως με τον Πρόκλο :

«Όλη η του Πλάτωνος φιλοσοφία εμφανίστηκε σύμφωνα με την των κρειττόνων αγαθοειδή βούληση, αποκαλύπτοντας τον εν αυτοίς κεκρυμμένο νου (=νόηση) και την αλήθεια η οποία έλαβε υπόσταση μέσα στις περί γένεσιν στρεφόμενες ψυχές, όσο επιτρέπεται σε αυτές να μετέχουν σε τόσο υπερφυσικά και μεγάλα αγαθά, και ότι πάλι αργότερα αυτή τελειοποιήθηκε και, αφού αποσύρθηκε στον εαυτό της και κατέστη άγνωστη στους περισσότερος από αυτούς που διακήρυσσαν ότι είναι φιλόσοφοι και αδημονούσαν να ασχοληθούν με “την του όντος θήραν”, όπως λέγει ο Πλάτων στον “Φαίδωνα, 66.c”, πάλι ήρθε στο φως. Ειδικά νομίζουμε ότι η μυσταγωγία για τα ίδια τα θεία, η οποία έχει στηριχτεί με αγνότητα σε ιερό βάθρο και έχει λάβει υπόσταση αιώνια δίπλα στους ίδιους τους θεούς, από εκεί εμφανίστηκε σε όσους μέσα στον χρόνο μπορούν να την απολαύσουν με το έργο ενός ανθρώπου, τον οποίο δεν θα σφάλαμε, αν τον αποκαλούσαμε προηγεμόνα και Ιεροφάντη “των αληθινών τελετών, τις οποίες τελούν” οι ψυχές απομακρυσμένες από τους γήινους τόπους, καθώς και “των ολοκλήρων και γεμάτων εσωτερική ηρεμία φασμάτων”, στα οποία συμμετέχουν όσες είναι γνήσια προσκολλημένες στην ευδαίμονα και μακάρια ζωή. Αυτή, αφού τόσο σεμνά και απόρρητα από αυτόν για πρώτη φορά έλαμψε σαν σε άγια ιερά και τοποθετήθηκε με ασφάλεια μέσα σε άδυτα και δεν κατανοήθηκε από τους περισσότερους που εισήλθαν, σε τακτά διαστήματα προωθήθηκε, όσο ήταν δυνατόν σε αυτήν, από κάποιους αληθινούς ιερείς, οι οποίοι ανέλαβαν και την κατάλληλη για αυτήν τη μυσταγωγία ζωή, και φώτισε ολόκληρο τον τόπο και εμφάνισε τις λάμψεις των θεϊκών φασμάτων παντού. Ως τέτοιους ερμηνευτές της πλατωνικής θεωρίας, οι οποίοι μας ανέπτυξαν τις παναγέστατες περί των θείων υφηγήσεις και οι οποίοι είχαν την τύχη να έχουν μια παρόμοια φύση με τον αρχηγέτη τους, θα θεωρούσαν εγώ τουλάχιστον, τον Πλωτίνο τον Αιγύπτιο και όσους από αυτόν παρέλαβαν την θεωρία, δηλ. τον Αμέλιο και τον Πορφύριο, και τρίτους όσους μετά από αυτούς αποτέλεσαν κάτι ανδριάντα για εμάς, δηλ. τον Ιάμβλιχο και τον Θεόδωρο, και όποιους άλλους μετά από αυτούς ακολουθούν αυτόν τον θείο τούτο χορό και με την δική τους διάνοια έφτασαν έως την ανεβάκχευση των δογμάτων του Πλάτωνα. Από αυτούς το γνησιότερο και καθαρότερο φώς της αλήθειας αφού δέχτηκαν αχράντως στους κόλπους της ψυχής του ο μαζί με τους θεούς καθοδηγητής μας σε όλα τα ωραία και αγαθά, μας εισήγαγε και σε όλη την υπόλοιπη φιλοσοφία του Πλάτωνα και σε όσα απόρρητα από τους προγενέστερους του είχε μυηθεί, και έτσι μας κατέστησε συγχορευτές της περί τα θεία μυστικής αλήθειας. Αν πρόκειται σε αυτόν να αποδώσουμε την πρέπουσα ευγνωμοσύνη για τις ευεργεσίες του προς εμάς, δεν θα έφτανε ούτε όλος μαζί ο χρόνος. Αν όμως πρέπει όχι μόνο οι ίδιοι να παραλάβουμε από άλλους το εξαιρετικό αγαθό της πλατωνικής φιλοσοφίας, αλλά να αφήσουμε και υπομνήματα στους μεταγενέστερους για τα μακάρια θεάματα, των οποίων οι ίδιοι υποστηρίζουμε ότι γίναμε κατά το δυνατόν παρατηρητές και υποστηρικτές υπό την καθοδήγηση του κάλιστου οδηγού της εποχής μας, ο οποίος είχε φτάσει στο έπακρο της γνώσης της φιλοσοφίας,»[68]

Αυτός στον οποίον αναφέρεται ο Πρόκλος δεν είναι άλλος από τον θειότατο Συριανό, όταν δε αναφέρεται σε αυτό λέγει :

«Για αυτόν θα έλεγα πως ήρθε εκείνη την εποχή στους ανθρώπους σαν πρότυπο της Φιλοσοφίας προς ευεργεσία των ψυχών που βρίσκονται εν τη γενέσει, ως ανταπόδοση για τα αγάλματα, για τους ναούς, για την ίδια την ιερή αγιστεία (=θρησκεία) στο σύνολό της, αρχηγός της σωτηρίας για τους ανθρώπους που ζούσα τότε και για όσους θα ζούσαν στο μέλλον».[69]

Βλέπουμε λοιπόν πως ο Πρόκλος ούτε λίγο ούτε πολύ λέγει πως η θεία περί τα όντως Όντα και τους Θεούς νόηση και αλήθεια που είναι σύμφυτη στην ουσία των ψυχών ήρθε στο φώς μέσω του Πλάτωνα και όταν αυτή η θεία νόηση και αλήθεια ξεχάστηκε λόγω μη κατανόησης ήρθε πάλι στο φώς με πρόνοια των Θεών μέσω διάφορων αληθινών Ιερέων και θεουργών – όπως ο Πλωτίνος και ο Ιάμβλιχος – που ο θειότερος όλων υπήρξε ο Συριανός, ο οποίος ήρθε στους ανθρώπους με πρόνοια των θεών ως ανταπόδοση για τα αγάλματα, τους ναούς και για την ίδια την ιερή αγιστεία!

Και εδώ αναρωτιέται κανείς, ρητορικά πάντα : άραγε το γεγονός ότι η εν τη γενέσει ανθρωπότητα εδώ και πάνω από 1500 έτη είναι παντελώς άθεη[70], τι μπορεί να επισύρει αυτό ;

Του Ευστάθιου Δ. Κεφάλα (Αμφικτύων) – 11/9/2014:


[1] Αθηναίος που τρέφει ιδιαίτερη συμπάθεια για την Θήβα. Πλατωνιστής – Πυθαγόρειος, μαθητής και συνάδελφος του μεγάλου Πυθαγόρειου φιλοσόφου Αρχύτα του Ταραντίνου («Ἀρχέδημον τῶν Ἀρχύτηι ξυγγεγονότων» όπως τον αναφέρει ο Πλάτων στην Ζ΄ επιστολή του : 338.b.2) και πολύ καλός φίλος του Πλάτωνα.

[2] Μάντης, είναι αυτός που θίγει το θέμα του τάφου της Αλμήνης και το περί δαιμόνιου του Σωκράτη ερώτημα.

[3] Ο γνωστός από τον Πλατωνικό “Φαίδωνα” Θηβαίος Πυθαγόρειος μαθητής του Σωκράτη που παραβρέθηκε στον θάνατο του, ο Συμμίας συνόδευσε τον Πλάτωνα στο ταξίδι του στην Αίγυπτο. Ο Σιμμίας, όπως και ο Κέβης, ήταν μαθητές του μεγάλου Πυθαγόρειου φιλοσόφου Φιλολάου. Ο Διογένης ο Λαέρτιος στο «Βίοι φιλοσόφων, 2.124.17 – 2.124.41» αναφέρει πως : “Ο Σιμμίας ήταν Θηβαίος. Του αποδίδονται είκοσι τρεις διάλογοι, σε έναν τόμο : Περί σοφίας,, Περί λογισμού, Περί μουσικής. Περί επών. Περί ανδρείας, Περί φιλοσοφίας. Περί αληθείας. Περί γραμμάτων. Περί διδασκαλίας, Περί τέχνης. Περί του επιστατείν. Περί πρέποντος, Περί αιρετού και φευκτού. Περί φίλου. Περί του ειδέναι, Περί ψυχής. Περί του ευ ζην. Περί δυνατού. Περί χρημάτων, Περί ζωής, Περί τι το καλόν, Περί επιμελείας, Περί έρωτος.”

[4] Βλ. Πλούταρχος «Περί Σωκράτους Δαιμονίου, 578.d.7 – 578.e.4» :

De genio Socratis 578.D.7 ` to     De genio Socratis 578.E.4 τὸν δὲ ξένον ἴστε τὸν ἀφιγμένον, ὦ Καφισία, πρὸς ὑμᾶς ὅστις ἐστίν;» «οὐκ οἶδ᾽,» ἔφην ἐγώ «τίνα λέγεις». «καὶ μήν» ἔφη «Λεοντίδης <φησὶν> ἄνθρωπον ὦφθαι παρὰ τὸ Λύσιδος μνημεῖον ἐκ νυκτῶν ἀνιστάμενον, ἀκολουθίας πλήθει καὶ κατασκευῇ σοβαρόν, αὐτόθι κατηυλισμένον ἐπὶ στιβάδων· φαίνεσθαι γὰρ ἄγνου καὶ μυρίκης χαμεύνας ἔτι δ᾽ ἐμπύρων λείψανα καὶ χοὰς γάλακτος·

[5] Πατέρας του Επαμεινώνδα.

[6] Βλ. Πλούταρχος «Περί Σωκράτους Δαιμονίου, 579.D.4 – 579.E.2» :

De genio Socratis 579.D.4 ` to     De genio Socratis 579.E.2 Μεταξὺ δὲ τοῦ Σιμμίου λέγοντος ὁ πατὴρ ἡμῶν Πολύμνις ἐπεισῆλθε καὶ καθίσας παρὰ τὸν Σιμμίαν «Ἐπαμεινώνδας» ἔφη «καὶ σὲ καὶ τούτους παρακαλεῖ πάντας, εἰ μή τις ἀσχολία μείζων, ἐνταῦθα περιμεῖναι βουλόμενος ὑμῖν γνωρίσαι τὸν ξένον, ἄνδρα γενναῖον μὲν αὐτὸν <ὄντα> μετὰ <δὲ> γενναίας καὶ καλῆς ἀφιγμένον τῆς προαιρέσεως <ἀποστειλάντων> ἐξ Ἰταλίας τῶν Πυθαγορικῶν. ἀφῖκται δὲ Λύσιδι τῷ γέροντι χοὰς χέασθαι περὶτὸν τάφον ἔκ τινων ἐνυπνίων ὥς φησι καὶ φασμάτων ἐναργῶν,

[7] Βλ. Πλούταρχος «Περί Σωκράτους Δαιμονίου, 579.E.6 – 579.F.5» :

De genio Socratis 579.E.6 ` to     De genio Socratis 579.F.5 ἀλλὰ τίς ἡ αἰτία, δι᾽ ἣν οὐκ εὐθὺς ἥκει πρὸς ἡμᾶς;» «ἐκεῖνον» ἔφη «νυκτερεύσαντα περὶ 579.F τὸν τάφον ἐμοὶ δοκεῖ τὸν Λύσιδος ἦγεν Ἐπαμεινώνδας πρὸς τὸν Ἰσμηνὸν ἀπολουσόμενον, εἶτ᾽ ἀφίξονται δεῦρο πρὸς ἡμᾶς· πρὶν δ᾽ ἐντυχεῖν ἐνηυλίσατο τῷ τάφῳ διανοού μενος ἀνελέσθαι τὰ λείψανα τοῦ σώματος καὶ κομίζειν εἰς Ἰταλίαν, εἰ μή τι νύκτωρ ὑπεναντιωθείη δαιμόνιον.»

[8] Βλ. Πλούταρχος «Περί Σωκράτους Δαιμονίου, 582.E.2 – 582.E.7» :

De genio Socratis 582.E.2 ` to     De genio Socratis 582.E.7 καὶ ὁ Ἐπαμεινώνδας «Θεάνωρ,» εἶπεν «ὦ Σιμμία, ὄνομα μὲν τῷ ἀνδρί, γένος δὲ Κροτωνιάτης τῶν ἐκεῖ φιλοσόφων οὐ καταισχύνων τὸ μέγα Πυθαγόρου κλέος· ἀλλὰ καὶ νῦν ἥκει δεῦρο μακρὰν ὁδὸν ἐξ Ἰταλίας ἔργοις καλοῖς καλὰ δόγματα βε βαιῶν.»

[9] Το Μεταπόντιο ήταν πόλη στην Λουκανία, δυτικά του Τάραντα.

[10] Ο Φιλόλαος υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους Πυθαγόρειους φιλοσόφους. Δάσκαλος του Σιμμία και του Κέβητα. Ο Ολυμπιόδωρος στο υπόμνημά του στον Πλατωνικό «Φαίδωνα» αναφέρει πως αυτοί που διέφυγαν ήταν ο Λύσης και ο Ίππαρχος, και ότι αυτός που πήγε στην Θήβα και πρόσφερε χοές στον τάφο του Λύση ήταν ο Φιλόλαος.

Scholia in Platonem Phd.61d,bis.2 ` to     Scholia in Platonem Phd.61d,bis.8 Πυθαγόριος οὗτος ἦν, ἐξ Ἰταλίας πεφευγὼς διὰ τὸν ἐμπρησμὸν τούτων τὸν ὑπὸ Γύλωνος γεγονότα διὰ τὸ ἀνεπιτήδειον αὐτοῦ πρὸς φιλοσοφίαν καὶ ἀπελαθέντα τοῦ ὁμακοΐου. ὃς καὶ δι᾽ αἰνιγμάτων ἐδίδασκεν, καθάπερ ἦν ἔθος αὐτοῖς. λθεν οτος ες Θβας, τεθνετι τ διδασκλ Λσιδι χος ποισασθαι κεσε τεθαμμν. Ἵππαρχος δὲ καὶ Φιλόλαος μόνοι τῆς εἰρημένης συμφορᾶς τῶν Πυθαγορίων διεσώθησαν. πρὸς τὸν Λύσιν δὲ τοῦτον Πλάτων ποιεῖται τὸν διάλογον.

Για τον Κέβητο ο Πλάτων στην ΙΓ’ επιστολή του προς τον τύραννο των Συρακουσών Διονύσιο λέγει πως :

«Αναφέρεται στους Σωκρατικου διαλόγους να συζητάει, μαζί με τον Σιμμία, με τον Σωκράτη στο περί ψυχλη διάλογ, καλός και στενός φίλος όλων μας.»

Ep 363.a.5 ` to     Ep 363.a.8 γεγραμμένος γάρ ἐστιν ἐν τοῖς Σωκρατείοις λόγοις μετὰ Σιμμίου Σωκράτει διαλεγόμενος ἐν τῷ περὶ ψυχῆς λόγῳ, ἀνὴρ πᾶσιν ἡμῖν οἰκεῖός τε καὶ εὔνους.

[11] Βλ. Πλούταρχος «Περί Σωκράτους Δαιμονίου, 583.Α.2 – 583.C.8» :

De genio Socratis 583.A.2 ` to     De genio Socratis 583.C.8 ἐπεὶ γὰρ ἐξέπεσον αἱ κατὰ πόλεις ἑταιρεῖαι τῶν Πυθαγορικῶν στάσει κρατηθέντων, τοῖς δ᾽ ἔτι συνεστῶσιν ἐν Μεταποντίῳ συνεδρεύουσιν ἐν οἰκίᾳ πῦρ οἱ Κυλώνειοι περιένησαν καὶ διέφθειραν ἐν ταὐτῷ πάντας πλὴν Φιλολάου καὶ Λύσιδος νέων ὄντων ἔτι ῥώμῃ καὶ κουφότητι διωσαμένων τὸ πῦρ, Φιλόλαος μὲν εἰς Λευκανοὺς φυγὼν ἐκεῖθεν ἀνεσώθη πρὸς τοὺς ἄλλους φίλους ἤδη πάλιν ἀθροιζομένους καὶ κρατοῦντας τῶν Κυλωνείων, Λῦσις δ᾽ ὅπου γέγονεν ἠγνοεῖτο πολὺν χρόνον, πρίν γε δὴ Γοργίας ὁ Λεοντῖνος ἐκ τῆς Ἑλλάδος ἀναπλέων εἰς Σικελίαν ἀπήγγελλε τοῖς περὶ Ἄρκεσον βεβαίως Λύσιδι συγγεγονέναι διατρίβοντι περὶ Θήβας. ὥρμησε μὲν ὁ Ἄρκεσος πόθῳ τοῦ ἀνδρὸς αὐτὸς ὡς εἶχε πλεῦσαι, κομιδῇ δὲ διὰ γῆρας καὶ ἀσθένειαν ἐλλείπων ἐπέσκηψε μάλιστα μὲν ζῶντα κομίσαι τὸν Λῦσιν εἰς Ἰταλίαν ἢ τὰ λείψανα τεθνηκότος. οἱ δ᾽ ἐν μέσῳ πόλεμοι καὶ στάσεις καὶ τυραννίδες ἐκώλυσαν αὐτῷ ζῶντι συντελέσαι τοὺς φίλους τὸν ἆθλον. ἐπεὶ δ᾽ ἡμῖν τὸ Λύσιδος δαιμόνιον ἤδη τεθνηκότος ἐναργῶς προϋπέφαινε τὴν τελευτήν, καὶ τὰς παρ᾽ ὑμῖν, ὦ Πολύμνι, θεραπείας καὶ διαίτας τοῦ ἀνδρὸς οἱ σαφῶς εἰδότες ἀπήγγελλον, ὅτι πλουσίας ἐν οἴκῳ πένητι γηροκομίας τυχὼν καὶ πατὴρ τῶν σῶν υἱέων ἐπιγραφεὶς οἴχοιτο μακαριστός, ἀπεστάλην ἐγὼ νέος καὶ εἷς ὑπὸ πολλῶν καὶ πρεσβυτέρων, ἐχόντων οὐκ ἔχουσι χρήματα διδόντων, πολλὴν <δὲ> χάριν καὶ φιλίαν ἀντιλαμβανόντων. Λῦσις δὲ καὶ κεῖται καλῶς ὑφ᾽ ὑμῶν, καὶ τάφου καλοῦ κρείττων αὐτῷ χάρις ἐκτινομένη φίλοις ὑπὸ φίλων καὶ οἰκείων.»

[12] «Τα είδωλα των νεκρών δεν ανοιγοκλείνουν τα μάτια και δεν έχουν σκιά» : Βλ. Πλούταρχος «Περί των υπό του θείου βραδέως τιμωρουμένων, 564.C.7 – 564.C.9»..

[13] Βλ. Πλούταρχος «Περί Σωκράτους Δαιμονίου, 585.D.10 – 586.A.6» :

De genio Socratis 585.D.10 ` to     De genio Socratis 586.A.6 ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων αὐτοὶ δια 585.E λύεσθε πρὸς αὑτούς, ὦ ξένε· τὸν δὲ Λῦσιν ἡμῖν, εἰ θέμις ἀκοῦσαι, πότερον ἄρα κινεῖς ἐκ τοῦ τάφου καὶ μετοικίζεις εἰς Ἰταλίαν ἢ καταμένειν ἐνταῦθα παρ᾽ ἡμῖν ἐάσεις εὐμενέσι καὶ φίλοις, ὅταν ἐκεῖ γενώμεθα, συνοίκοις χρησόμενον;» καὶ ὁ Θεάνωρ ἐπιμειδιάσας «ἔοικεν» ἔφη «Λῦσις, ὦ Σιμμία, φιλοχωρεῖν οὐδενὸς τῶν καλῶν ἐνδεὴς γεγονὼς δι᾽ Ἐπαμεινώνδαν. ἔστι γάρ τι γιγνόμενον ἰδίᾳ περὶ τὰς ταφὰς τῶν Πυθαγορικῶν ὅσιον, οὗ μὴ τυχόντες οὐ δοκοῦμεν ἀπέχειν τὸ μακαριστὸν καὶ οἰκεῖον τέλος. ὡς οὖν ἔγνωμεν ἐκ τῶν ὀνείρων τὴν Λύσιδος τελευτήν (διαγιγνώσκομεν δὲ σημείῳ τινὶ φαινομένῳ κατὰ τοὺς ὕπνους, εἴτε τεθνηκότος εἴτε ζῶντος εἴδωλόν ἐστιν), ἔννοια πολλοῖς ἐπεισῆλθεν, ὡς ἐπὶ ξένης ὁ Λῦσις ἄλλως κεκήδευται καὶ κινητέος ἐστὶν ἡμῖν ὅπως ἐκεῖ μεταλάχῃ τῶν νομιζομένων. τοιαύτῃ δὲ διανοίᾳ παραγενόμενος καὶ πρὸς τὸν τάφον εὐθὺς ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων ὁδηγηθεὶς ἑσπέρας ἤδη χοὰς ἐχεόμην ἀνακαλούμενος τὴν Λύσιδος ψυχὴν κατελθεῖν ἀποθεσπίσουσαν ὡς χρὴ ταῦτα πράσσειν. προϊούσης δὲ τῆς νυκτὸς εἶδον μὲν οὐδέν, ἀκοῦσαι δὲ φωνῆς ἔδοξα τὰ ἀκίνητα μὴ κινεῖν· ὁσίως γὰρ ὑπὸ τῶν φίλων κεκηδεῦσθαι τὸ Λύσιδος σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν ἤδη κεκριμένην ἀφεῖσθαι πρὸς ἄλλην γένεσιν ἄλλῳ δαίμονι συλλαχοῦσαν. καὶ μέντοι καὶ συμβαλὼν ἕωθεν Ἐπαμεινώνδᾳ καὶ τὸν τρόπον ἀκούσας ᾧ θάψειε Λῦσιν ἐπέγνων ὅτι καλῶς ἄχρι τῶν ἀπορρήτων πεπαιδευμένος ὑπ᾽ ἐκείνου τἀνδρὸς εἴη καὶ χρῷτο ταὐτῷ δαίμονι πρὸς τὸν βίον, εἰ μὴ κακὸς ἐγὼ τεκμήρασθαι τῷ πλῷ τὸν κυβερνήτην. μυρίαι μὲν γὰρ ἀτραποὶ βίων, ὀλίγαι δ᾽ ἃς δαίμονες ἀνθρώπους ἄγουσιν.»

[14] Βλ. Ιάμβλιχος, «Περί Πυθαγορικού βίου, 23.103.1 – 23.104.1» :

Vit Pyth 23.103.1 ` to     Vit Pyth 23.104.1 Αναγκαιότατος δὲ παρ᾽ αὐτῷ τρόπος διδασκαλίας ὑπῆρχε καὶ ὁ διὰ τῶν συμβόλων. ὁ γὰρ χαρακτὴρ οὗτος καὶ παρ᾽ Ἕλλησι μὲν σχεδὸν ἅπασιν ἅτε παλαιότροπος ὢν ἐσπουδάζετο, ἐξαιρέτως δὲ παρ᾽ Αἰγυπτίοις ποικιλώτατα ἐπρεσβεύετο. κατὰ τὰ αὐτὰ δὲ καὶ παρὰ Πυθαγόρᾳ μεγάλης σπουδῆς ἐτύγχανεν, εἴ τις διαρθρώσειε σαφῶς τὰς τῶν Πυθαγορικῶν συμβόλων ἐμφάσεις καὶ ἀπορρήτους ἐννοίας, ὅσης ὀρθότητος καὶ ἀληθείας μετέχουσιν ἀποκαλυφθεῖσαι καὶ τοῦ αἰνιγματώδους ἐλευθερωθεῖσαι τύπου, προσοικειωθεῖσαι δὲ κατὰ ἁπλῆν καὶ ἀποίκιλον παράδοσιν ταῖς τῶν φιλοσόφων τούτων μεγαλοφυΐαις καὶ πρ νθρωπνην πνοιαν θεωθεσι.

[15] Η χρονολογικά κοντινότερη στην σύγχρονη εν τη γενέσει ανθρωπότητα μορφή της θρησκείας των Ελλήνων έχει καταγραφεί από τον Θράκα θεολόγο Ορφέα, όσο και από την ένθεη Ομηρική & Ησιόδεια ποίηση. Που την μεν πρώτη έχει επεξηγήσει πλήρως οι Πυθαγόρας-Πυθαγόρειοι & Πλάτων ενώ την 2η (αλλά φυσικά και η 1η) την έχουν επεξηγήσει & αναλύσει πλήρως οι πλατωνικές σχολές, κυρίως η Αθηναϊκή.

[16] Άλλωστε ο Ιάμβλιχος (στο «Περί Μυστηρίων, 1.3.1 – 1.3.18»), ένας εκ των θειότερων φιλοσόφων και θεουργών, λέγει πως :

«με την ουσία μας συνυπάρχει και μια περί θεών έμφυτη γνώση και αυτή η γνώση είναι ανώτερη από κάθε κρίση και προαίρεση, καθώς προϋπάρχει κάθε λογικής και αποδείξεως. Επίσης, είναι συνενωμένη εξαρχής με την οικεία της αιτία και συνυπάρχει με την ουσιαστικότερη έφεση της ψυχής, την έφεση προ τ’ Αγαθό. Εάν λοιπόν πρέπει να πούμε την αλήθεια, η προς το θείο συναφή δεν είναι καν γνώση. Διότι, η γνώση διακρίνεται κατά κάποιο τρόπο από το γνωστικό αντικείμενό της, εξαιτίας της ετερότητας. Μάλιστα, πριν από τη γνώση – που ως κάτι άλλο γνωρίζει το διαφορετικό – υπάρχει η αυτοφυής γνώση, η από τους θεούς εξαρτώμενη μονοειδής συμπλοκή. Για τον λόγο αυτό, δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένη την ύπαρξη των θεών εάν δεν είναι ούτε να τη θεωρούμε αμφίβολη (διότι παραμένει αιώνια κατ’ ενέργεια ενοειδώς). Ούτε είμαστε άξιοι να την κρίνουμε και να την διαχωρίσουμε, ως να ήμασταν άξιοι να την εξετάσουμε. Διότι, εμείς, περιεχόμαστε σε αυτή ή, μάλλον, ολοκληρωνόμαστε από αυτή και κατέχουμε το ειδέναι (=αυτό που είμαστε) δια της γνώσεως των θεών

Myst 1.3.1 ` to     Myst 1.3.18 Φῂς τοίνυν πρῶτον διδόναι εἶναι θεούς· τὸ δ᾽ ἐστὶν οὐκ ὀρθὸν οὑτωσὶ λεγόμενον. Συνυπάρχει γὰρ ἡμῶν   αὐτῇ τῇ οὐσίᾳ ἡ περὶ θεῶν ἔμφυτος γνῶσις, κρίσεώς τε πάσης ἐστὶ κρείττων καὶ προαιρέσεως, λόγου τε καὶ ἀποδείξεως προϋπάρχει· συνήνωταί τε ἐξ ἀρχῆς πρὸς τὴν οἰκείαν αἰτίαν, καὶ τῇ πρὸς τἀγαθὸν οὐσιώδει τῆς ψυχῆς ἐφέσει συνυφέστηκεν.         Εἰ δὲ δεῖ τἀληθὲς εἰπεῖν, οὐδὲ γνῶσίς ἐστιν ἡ πρὸς τὸ θεῖον συναφή. Διείργεται γὰρ αὕτη πως ἑτερότητι. Πρὸ δὲ τῆς ὡς ἑτέρας ἕτερον γιγνωσκούσης αὐτοφυής ἐστιν … ἡ τῶν θεῶν ἐξηρτημένη μονοειδὴς συμπλοκή. Οὐκ ἄρα συγχωρεῖν χρὴ ὡς δυναμένους αὐτὴν καὶ διδόναι καὶ μὴ διδόναι, οὐδ᾽ ὡς ἀμφίβολον τίθεσθαι (ἕστηκε γὰρ ἀεὶ κατ᾽ ἐνέργειαν ἑνοειδῶς), οὐδ᾽ ὡς κυρίους ὄντας τοῦ κρίνειν τε καὶ ἀποκρίνειν οὕτως αὐτὴν δοκιμάζειν ἄξιον· περιεχόμεθα γὰρ ἐν αὐτῇ μᾶλλον ἡμεῖς καὶ πληρούμεθα ὑπ᾽ αὐτῆς, καὶ αὐτὸ ὅπερ ἐσμὲν ἐν τῷ τοὺς θεοὺς εἰδέναι ἔχομεν.

[17] Ο Κόσμος είναι επταμερής, αποτελείται εκ του μονοειδούς εμπύριου σύμπανος, του τριμερούς αιθερικού & εκ του τριμερούς υλαιού [απλανείς, πλανήτες & υποσελήνιος τόπος].

[18] Τα κρείττονα γένη είναι οι χορείες των υλικών & υποσελήνιων Αρχόντων ή Κοσμοκρατόρων και κατ’ ουσία Ηρώων, οι Δαίμονες, οι Άγγελοι και οι Αρχάγγελοι.

[19] Αυτές τις 4 αρχαίες Ελληνικές γραφές οι αρχαιολόγοι στην υπερ-πλειοψηφία τους ανά την υφήλιο τις αγνοούν παντελώς, όπως και την των Ελλήνων θεολογία & φιλοσοφία, με αποτέλεσμα να θεωρούν τα όσα είναι γραμμένα πάνω σε αγγεία, τάφους, ναούς (κτλ.), ως διακοσμητικές σχέδια, ζωγραφιές και μοτίβα όπως ρόδακες, άνθη και λουλούδια, και όχι ιερογλυφικά, ιδεογράμματα & γράμματα καθώς και ιερατικά (μαθηματικά) θεουργικά συνθήματα.

[20] Βλ. Παυσανίας «Βοιωτικά, 9.18.5. 1 -7» :

Graeciae descriptio 9.18.5.1 ` to     Graeciae descriptio 9.18.5.7 ἔστι δὲ καὶ Ἕκτορος Θηβαίοις τάφος τοῦ Πριάμου πρὸς Οἰδιποδίᾳ καλουμένῃ κρήνῃ, κομίσαι δὲ αὐτοῦ τὰ ὀστᾶ ἐξ Ἰλίου φασὶν ἐπὶ τοιῷδε μαντεύματι·  Θηβαῖοι Κάδμοιο πόλιν καταναιετάοντες,   αἴ κ᾽ ἐθέλητε πάτραν οἰκεῖν σὺν ἀμύμονι πλούτῳ,   Ἕκτορος ὀστέα Πριαμίδου κομίσαντες ἐς οἴκους   ἐξ Ἀσίης Διὸς ἐννεσίῃσ᾽ ἥρωα σέβεσθαι.

[21] ἄσπετος, -ον (Α)

  • ο άρρητος, ο ανέκφραστος
  • (για αριθμούς) ο αναρίθμητος
  • (το ουδ. ως επίρρ.) υπέρμετρα, υπερβολικά.

[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. άσπετος (του οποίου η αρχική σημασία είναι «άρρητος») < αστερ. + (ρίζα) *sekw-, αποτελείρηματικό επίθ. τού εννέπω «λέγω, μιλώ» (< *ενσέπω

πρβλ.ενισπείν). Πρόκειται για επίθ. της επικής κυρίως ποιήσεως (Όμηρος). Απαντά κυρίως με τη σημασία«αρρήτως, απερίγραπτα μεγάλο» για να χαρακτηρίσει τον αιθέρα, τον ωκεανό, το νερό, το δάσος, την αλκή κ.ά.Λιγότερο συχνά χρησιμοποιείται με τη σημασία «αναρίθμητος» για να δηλώσει αριθμό. Η λ. μαρτυρείται επίσηςσπανιότερα στον Εμπεδοκλή, στους λυρικούς (Βακχυλίδη), στους τραγικούς (Σοφοκλή, Ευριπίδη) και στημεταγενέστερη πεζογραφία (Πολύβιο). Αξιοσημείωτο είναι τέλος ότι ο επικός Κόιντος ο Σμυρναίος χρησιμοποιεί τονπαρεκτεταμένο τ. αάσπετος (πρβλ.αάσχετοςάσχετος)].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[22]λάσκομαι (ΑΜ)

  • (κυρίως για θεούς) εξιλεώνω, καταπραΰνω
  • (για ανθρώπους) εξευμενίζω
  • Εξαγνίζω
  • (παθ. μελλ.) ἱλάσομαι και ἱλασθήσομαι

α) ευσπλαγχνίζομαι, είμαι ελεήμων

[ΕΤΥΜΟΛ. < *σι-σλά-σκ-ομαι που εμφανίζει αναδιπλασιασμό (*σι- > *hi- > ἱ-), θ. -σλᾰ

(το οποίο ανάγεται στη μηδενισμένη βαθμίδα *slә- τής ΙΕ ρίζας *selә- «ευνοϊκός, καλής διαθέσεως – κατευνάζω») και επίθημα -ση- (< *ske / o). Στην αναγωγή τού ρ. ἱλάσκομαι σε θ. -σλα- οδηγούν οι αιολ. τ. προστ. παρακμ. ἔλλᾱθι, ἔλλατε (< *σε-σλă-θι / -τε). Η μακρότητα τού -ᾱ- τού ἔλλαθι (το -α- τού ἱλάσκομαι είναι βραχύ) πρέπει να είναι υστερογενής. Οι παράλληλοι τ. τού ενεστ. ἱλάσκομαι: ἵλαμαι, ἱλάομαι ἔχουν το ἱ- βραχύ, ενώ στο ἱλάσκομαι το ἱ- είναι μακρό. Εικάζεται ότι αυτοί οι τ. οδηγούν σε ένα αρχ. ρ. *ἕλαμαι (*ε- > ι-). Βραχύ ĭ- εμφανίζουν και άλλοι τ. τής λεξιλογικής ομάδας τού ἱλάσκομαι, που μπορεί να ερμηνευθεί ως υποκατάστατο ενός αρχικού *ε- (πρβλ. ἱλαρός < *ἑλαρός, ἱλάειρα < ἑλάειρα). Παράλληλα όμως άλλοι τ. έχουν μακρό ι- (πρβλ. μέλλ. ἱλά[σ]σομαι, αόρ. ἱλά[σ]σασθαι, επίθ. ἵλεως). Στον Όμηρο μαρτυρείται προστ. ἵληθι, τής οποίας το ι- ερμηνεύεται είτε ως αναδιπλασιασμός είτε ως προϊόν μεταπλασμού από έναν τ. προστ. παρακμ. *εἵλαθι, ο οποίος επιβεβαιώνεται από τη γλώσσα τού Ησύχ. εἵληθι

ἵλεως γίνου.

ΠΑΡ. ιλαρός, ιλαστήριος, ίλεως

αρχ.

ιλάειρα, ιλάεις, ίλαος, ιλάς, ιλασία, ιλάσιμος, ίλασμα, ιλασμός, ιλαστής

μσν.

ιλατεύω.

ΣΥΝΘ. (Β΄ συνθετικό) αρχ. αφιλάσκομαι, εξιλάσκομαι, προϊλάσκομαι].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

<λσθητι> = Ἀπὸ τοῦ ἱλάω ἱλῶ δευτέρας συζυγίας τῶν περισπωμένων· ὁ μέλλων ἱλάσω, πλεονασμῷ τοῦ κ ἱλάσκω, καὶ μετάγεται εἰς ἐνεστῶτα. Τὸ παθητικὸν ἱλάσκομαι, ἐξ οὗ   πρῶτος κελόμην θεὸν ἱλάσκεσθαι (Ιλ. α. 386.) ἀντὶ τοῦ ἐξιλεῖσθαι (sic) καὶ ἐξευμενίζεσθαι· ἢ ἐκ τοῦ ἰλῶ γίνεται ἵλημι, ἐξ οὗ τὸ ἵλαθιραι (γίνεται Cobet.)  

<λασσμενοι> = ντ το ξιλεωσμενοι, ξευμενισμενοι, πλεονασμῷ τοῦ διὰ τὸ μέτρον, ἐκ τοῦ ἱλῶ ἱλάσω, ἐξ οὗ καὶ ἱλάσθητι καὶ ἱλασμὸς, ὁ παρακείμενος ἵλακα, ὁ παθητικὸς ἵλασμαι, ἐξ αὐτοῦ ἱλασμὸς, ὁ ἀόριστος ἵλασα, ὁ μέσος ἱλα σάμην.   <λεωσ> = Ἱλῶ ἱλάσω γίνεται ἵλαος καὶ τὸ Ἀττικὸν ἵλεως, ἢ ἀπὸ τοῦ ἔλεος κατὰ τροπὴν τοῦ ε εἰς ἰῶτα. Ἐκ τοῦ ἵλεως γίνεται ἱλεῶ ἱλεώσω καὶ ἐξιλεω σάμην· ἐκ τοῦ ἱλεῶ γίνεται κατὰ συγκοπὴν ἰλῶ ἰλᾶς. (Βλ. Μέγα ετυμολογικό λεξικό.)

[23]<νηου κ κοτνοιο> = κτινς στιν γριλαιος, λλ κα καρπος λαα, <φλαγξ> δὲ τὸ ἐπίμηκες καὶ στρογγύλον ξύλον. πολλὰς δὲ τοιαύτας εἶχον φάλαγγας οἱ ἀριστεῖς πρὸς τὰς νεωλκίας, ἀφ᾽ ὧν π τ το δμονος τφ κατ παρανεσιν το ρφως μαν λαβντες προσπηξαν, τις βλαστσασα τι κα νν δεκνυται. περ τατην δ τν ρκλειαν κτισαν. (Scholia in Apollonii Rhodii Argonautica 191.11 ` to     Scholia in Apollonii Rhodii Argonautica 191.16).

[24] Βλ. Απολλώνιος Ρόδιος «Αργοναυτικά, τόμος Β’, στ. 835 – 850» :

Arg 2.835 ` to     Arg 2.850   Ἔνθα δὲ ναυτιλίης μὲν ἐρητύοντο μέλεσθαι, ἀμφὶ δὲ κηδείῃ νέκυος μένον ἀσχαλόωντες, ἤματα δὲ τρία πάντα γόων· ἑτέρῳ δέ μιν ἤδη τάρχυον μεγαλωστί, συνεκτερέιζε δὲ λαός αὐτῷ ὁμοῦ βασιλῆι Λύκῳ· παρὰ δ᾽ ἄσπετα μῆλα, ἣ θέμις οἰχομένοισι, ταφήια λαιμοτόμησαν. καὶ δή τοι κέχυται τοῦδ᾽ ἀνέρος ἐν χθονὶ κείνῃ τύμβος, σῆμα δ᾽ ἔπεστι καὶ ὀψιγόνοισιν ἰδέσθαι, νήιος ἐκ κοτίνοιο φάλαγξ, θαλέθει δέ τε φύλλοις, ἄκρης τυτθὸν ἔνερθ᾽ Ἀχερουσίδος. εἰ δέ με καὶ τό χρειὼ ἀπηλεγέως Μουσέων ὕπο γηρύσασθαι· τόνδε πολισσοῦχον διεπέφραδε Βοιωτοῖσιν Νισαίοισί τε Φοῖβος ἐπιρρήδην ἱλάεσθαι, ἀμφὶ δὲ τήνδε φάλαγγα παλαιγενέος κοτίνοιο ἄστυ βαλεῖν, οἱ δ᾽ ἀντὶ θεουδέος Αἰολίδαο Ἴδμονος εἰσέτι νῦν Ἀγαμήστορα κυδαίνουσιν.

[25] <χαιο.> = Οἱ Ἕλληνες. χαιος δ, κα Δαναος, κα ργεους, Ποιητς καλε τος λληνας. Δαναος μν, π Δαναο το Βλου το Ποσειδνος. χαιος δ, π χαιο το Ξοθου, κα Κρεοσης τς ρεχθως. ργεους δ, π ργου πδος κα Νιβης τς Φορωνως. λληνας δ, ψι λς, καλε τος π τ χιλλε, λγων· Μυρμιδνες δ καλοντο κα λληνες κα χαιο. (Scholia in Iliadem 1.123.3 ` to     Scholia in Iliadem 1.123.13).

<Μυρμιδνεσσιν νασσε> =Τῶν Μυρμιδόνων βασίλευε. Αἴγιναν τὴν τοῦ Ἀσωποῦ τοῦ ποταμοῦ Θηβῶν θυγατέρα ἁρπάσας ὁ Ζεὺς, κατῆλθεν εἰς Φλιοῦντα, καὶ φθείρας τὴν προ ειρημένην ἔγκυον ἐποίησεν. ἥτις Αἰακὸν ἐγέννησεν. Ἀσωπὸς δὲ τὴν θυγατέρα ζητῶν, ἔμαθε παρὰ Σισύφου καὶ τὸν ἁρπάσαντα, καὶ τὸν τόπον, εἰς ὃν κατεληλύθει· μὴ μελλήσας οὖν, ἔσπευσεν. μέλλων δὲ ὁ Ζεὺς ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ καταλαμβάνεσθαι, τὴν μὲν Αἴγιναν μετεμόρφωσεν εἰς ὁμώνυμον νῆσον, αὐτὸς δὲ μετεβλήθη εἰς λίθον. ἐλθὼν δὲ ὁ Ἀσωπὸς, καὶ μὴ δ᾽ ὅντινα καταλαβὼν, ἔμπαλιν εἰς τὰς ἰδίας ὑπέστρεψε πηγάς. βουλόμενος δὲ ὁ Ζεὺς τιμωρῆσαι τὸν μηνύσαντα, ἠνάγκασεν αὐτὸν ἐν τοῖς ὑπο χθονίοις τοσοῦτον μέγεθος πέτρον ἀνωθεῖν, εἰς ὅσον αὐτὸς μετεβλήθη. Αακο δ ν τ νσ μνου ντος, Ζες κατκτερας, τος ατθι μρμηκας μετβαλεν ες νθρπους, φ ς ατας Μυρμιδνες κλθησαν. (Scholia in Iliadem 1.180.1 ` to     Scholia in Iliadem 1.180.24).

[26] [γαπνορα] = ἀγαπήνωρ ὁ διὰ τὴν ἀνδρείαν ἀγαπώμενος. (Scholia in Iliadem 13.756.1).

[27] [ωπϊα] = τόποι ἐν οἷς ῥῶπες φύονται. ῥῶπες δέ εἰσιν ὑλώδη φυτὰ, δρυμοὶ, φρύγανα. ἔστι δὲ ἀπὸ τοῦ ῥέπω, ῥέψω, ῥόψ, καὶ αὐξήσει ῥώψ. (Scholia in Iliadem 13.199.1).

[ωπϊα] = ἱμαντώδη φυτὰ, ἀφ᾽ οὗ τὰ δένδρα τῆς ὕλης. (Scholia in Iliadem 21.559.1),

<ωπϊα.> = Ο τποι ν ος ῥῶπες φονται. Ῥῶπες δ πολφυλλα καμαντδη φυτ δρυν. (Scholia in Iliadem 13.199.1).

<ωπϊα.> = Διὰ τῶν δασέων καὶ θαμνωδῶν τόπων. (Scholia in Iliadem 23.122.1).

[28] <ρον> = μνῆμα . [τάφος (Ψ 126]. (Βλ. Λεξικό Ησύχιου).

[29] (ρθ᾽) – ηὔχετο. (Scholia epimerismi 35,d.1).

[30]ελποδας λγει βας ς ποιοντας τν τν ποδν κνησιν σπερ λικοειδ· λικας δς λικοειδ κρατα χοντας. τοι λικοειδ κρατα χοντας μλανας· λικν γρ κατ δι λεκτον τ μλαν. θεν καλικπιδα κορην τν μελανφθαλμον. (Scholia in Odysseam 1.92.3 ` to     Scholia in Odysseam 1.92.6)

<ελποδας λικας βοσ> = «εἰλίποδας» λέγει τοὺς βοῦς ὡς ποιοῦντας τὴν τῶν ποδῶν κίνησιν ὥσπερ ἑλικοειδῆ. ἑλικοειδῶς τοὺς πόδας κινοῦντας. συστρεφομένους τοὺς πόδας ἔχοντας.

<ἕλικασ> = ἑλικοειδῆ κέρατα ἔχοντας. ἢ μέλανας· ἑλικὸν γὰρ κατὰ διάλεκτον τὸ μέλαν. ὅθεν καὶ «ἑλικώπιδα κούρην» [Α 98] τὴν μελανόφθαλμον. (Scholia in Odysseam 1.1%19`309 92.4 ` to     Scholia in Odysseam 1.1%19`309 92.8).

[31] <μφεπον> = Περιεῖπον. περ ατν σχολοντο. (Scholia in Iliadem 24.622.1 ` to     Scholia in Iliadem 24.622.3)

[32]δοιοί

δοιοί, -αί, -ά (Α)

  • δύο
  • (το ουδ. πληθ. ως επίρρ.) δοιά με δύο τρόπους
  • (ο εν. αρ.) δοιός, -ή, -όν

διπλός, δύο ειδών.

[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για αρχαίο σχηματισμό που προήλθε από το δύο* (< ΙΕ *dwō (u)) και συνδέεται με αρχ. ινδ.dvaya, αρχ. σλ. dοvoj «διπλός», αρχ. άνω γερμ. zweiiο, γοτθ. twaddje, αρχ. νορβ. tveggja, γεν. πληθ. «τών δύο» <IE *dwo (i)io-].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[33] <δοιος <ρτ> νμοισι < ΒορέῃκαΖεφρ>> = οὐκ ἄτοπον θεοὺς καλεῖν ἐπὶ τεθνεῶσιν, ὅπου καὶ ἐν πολέμοις καλοῦσι καὶ αὐτὸς ὁ Ἀπόλλων νεκροφορεῖ. (Scholia in Iliadem 23.194-5.1 ` to     Scholia in Iliadem 23.194-5.3).

[34]σπένδω

  • κάνω σπονδή, χύνω από το ποτήρι μου κάτω μέρος από το περιεχόμενο υγρό, συνήθως κρασί, ως προσφορά σε κάποιον θεό (α. «αὐτάρ ἐπὴν σπείσῃς τε καὶ εὔξεαι», Ομ. Οδ.

β. «σπένδων αἴθοπα οἶνον ἐπ’ αἰθομένοις ἱεροῑσιν», Ομ. Ιλ.

γ. «σπείσασα νερτέροις χοάς», Ευρ.)

  • χύνω, κάνω να χυθεί (α. «τράγου οὖρον σπείσαντες ρύονταί σφεα», Ηρόδ.

β. «σπένδειν δάκρυα», Ανθ. Παλ. γ. «ξίφος Ἀλκαίοιο, τὸ πολλάκις αἷμα τυράννων ἔσπεισεν», Ανθ. Παλ.)

  • τελώ σπονδές με κάποιον, κάνω συνθήκη (α. «μόνοι γὰρ τῶν ξυμμάχων… οὐκ ἐσπείσαντο Ἀθηναίοις», Θουκ.

β. «ἐπὶ τοῑσδε δ’ ἐσπείσαντο», Ευρ.)

  • παθ.σπένδομαι

θυσιάζομαι, προσφέρομαι ως θύμα αντί σπονδής («ἀλλ’ εἰ καὶ σπένδομαι ἐπὶ τῇ θυσίᾳ καὶ λειτουργίᾳ τῆς πίστεως», ΚΔ).

[ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαίος όρος, άγνωστης ετυμολ., ο οποίος συνδέεται με το χεττιτικό šip[p]and– «κάνω σπονδή», με σημ. θρησκευτική και με το λατ. spondeo «κάνω συνθήκες, δίνω εγγυήσεις». Στην Ελληνική το ρ. σπένδω είχε αρχικά σημ. θρησκευτική, από όπου, όμως, προήλθε η νομική και πολιτική σημ. «συνάπτω συνθήκη», λόγω τού ότι η σύναψη συνθήκης μεταξύ τών αντίπαλων παρατάξεων συνοδευόταν με τελετουργικές σπονδές που επικύρωναν τον όρκο και τη συμφωνία].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[35]δέπας

δέπας (-ατος), το (Α)

  • είδος ποτηριού, χρυσού ή αργυρού με επιχρυσωμένα χείλη, που τό χρησιμοποιούσαν κυρίως για σπονδή
  • μετάλλινο ή πήλινο ποτήρι με δύο λαβές
  • το χρυσό ποτήρι, μέσα στο οποίο, σαν σε λέμβο, ο Ήλιος περνούσε τον ωκεανό τη νύχτα, πλέοντος από τα δυτικά στα ανατολικά.

[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. δέπας είναι δάνεια λ., μεσογειακής προελεύσεως, όπως και πολλές άλλες λέξεις με τη σημασία του δοχείου (πρβλ. μυκην. dipa)].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[36] Βλ. Όμηρος «Ιλιάδα, ραψ. Ψ’, στ. 1 – 286» :

Il 23.1 ` to     Il 23.286 Ὣς οἳ μὲν στενάχοντο κατὰ πτόλιν· αὐτὰρ Ἀχαιοὶ

ἐπεὶ δὴ νῆάς τε καὶ Ἑλλήσποντον ἵκοντο,

οἳ μὲν ἄρ᾽ ἐσκίδναντο ἑὴν ἐπὶ νῆα ἕκαστος,

Μυρμιδόνας δ᾽ οὐκ εἴα ἀποσκίδνασθαι Ἀχιλλεύς,

ἀλλ᾽ ὅ γε οἷς ἑτάροισι φιλοπτολέμοισι μετηύδα·

Μυρμιδόνες ταχύπωλοι ἐμοὶ ἐρίηρες ἑταῖροι

μὴ δή πω ὑπ᾽ ὄχεσφι λυώμεθα μώνυχας ἵππους,

ἀλλ᾽ αὐτοῖς ἵπποισι καὶ ἅρμασιν ἆσσον ἰόντες

Πάτροκλον κλαίωμεν· ὃ γὰρ γέρας ἐστὶ θανόντων.

αὐτὰρ ἐπεί κ᾽ ὀλοοῖο τεταρπώμεσθα γόοιο,

ἵππους λυσάμενοι δορπήσομεν ἐνθάδε πάντες.  

Ὣς ἔφαθ᾽, οἳ δ᾽ ᾤμωξαν ἀολλέες, ἦρχε δ᾽ Ἀχιλλεύς.

οἳ δὲ τρὶς περὶ νεκρὸν ἐΰτριχας ἤλασαν ἵππους

μυρόμενοι· μετὰ δέ σφι Θέτις γόου ἵμερον ὦρσε.

δεύοντο ψάμαθοι, δεύοντο δὲ τεύχεα φωτῶν

δάκρυσι· τοῖον γὰρ πόθεον μήστωρα φόβοιο.

τοῖσι δὲ Πηλεΐδης ἁδινοῦ ἐξῆρχε γόοιο

χεῖρας ἐπ᾽ ἀνδροφόνους θέμενος στήθεσσιν ἑταίρου·

χαῖρέ μοι ὦ Πάτροκλε καὶ εἰν Ἀΐδαο δόμοισι·

πάντα γὰρ ἤδη τοι τελέω τὰ πάροιθεν ὑπέστην

Ἕκτορα δεῦρ᾽ ἐρύσας δώσειν κυσὶν ὠμὰ δάσασθαι,  

δώδεκα δὲ προπάροιθε πυρῆς ἀποδειροτομήσειν

Τρώων ἀγλαὰ τέκνα σέθεν κταμένοιο χολωθείς.  

῏Η ῥα καὶ Ἕκτορα δῖον ἀεικέα μήδετο ἔργα

πρηνέα πὰρ λεχέεσσι Μενοιτιάδαο τανύσσας

ἐν κονίῃς· οἳ δ᾽ ἔντε᾽ ἀφωπλίζοντο ἕκαστος

χάλκεα μαρμαίροντα, λύον δ᾽ ὑψηχέας ἵππους,

κὰδ δ᾽ ἷζον παρὰ νηῒ ποδώκεος Αἰακίδαο

μυρίοι· αὐτὰρ ὃ τοῖσι τάφον μενοεικέα δαίνυ.

πολλοὶ μὲν βόες ἀργοὶ ὀρέχθεον ἀμφὶ σιδήρῳ

σφαζόμενοι, πολλοὶ δ᾽ ὄϊες καὶ μηκάδες αἶγες·

πολλοὶ δ᾽ ἀργιόδοντες ὕες θαλέθοντες ἀλοιφῇ

εὑόμενοι τανύοντο διὰ φλογὸς Ἡφαίστοιο·

πάντῃ δ᾽ ἀμφὶ νέκυν κοτυλήρυτον ἔρρεεν αἷμα.  

Αὐτὰρ τόν γε ἄνακτα ποδώκεα Πηλεΐωνα

εἰς Ἀγαμέμνονα δῖον ἄγον βασιλῆες Ἀχαιῶν

σπουδῇ παρπεπιθόντες ἑταίρου χωόμενον κῆρ.

οἳ δ᾽ ὅτε δὴ κλισίην Ἀγαμέμνονος ἷξον ἰόντες,

αὐτίκα κηρύκεσσι λιγυφθόγγοισι κέλευσαν

ἀμφὶ πυρὶ στῆσαι τρίποδα μέγαν, εἰ πεπίθοιεν

Πηλεΐδην λούσασθαι ἄπο βρότον αἱματόεντα.

αὐτὰρ ὅ γ᾽ ἠρνεῖτο στερεῶς, ἐπὶ δ᾽ ὅρκον ὄμοσσεν·

οὐ μὰ Ζῆν᾽, ὅς τίς τε θεῶν ὕπατος καὶ ἄριστος,  

οὐ θέμις ἐστὶ λοετρὰ καρήατος ἆσσον ἱκέσθαι

πρίν γ᾽ ἐνὶ Πάτροκλον θέμεναι πυρὶ σῆμά τε χεῦαι

κείρασθαί τε κόμην, ἐπεὶ οὔ μ᾽ ἔτι δεύτερον ὧδε

ἵξετ᾽ ἄχος κραδίην ὄφρα ζωοῖσι μετείω.

ἀλλ᾽ ἤτοι νῦν μὲν στυγερῇ πειθώμεθα δαιτί·

ἠῶθεν δ᾽ ὄτρυνον ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγάμεμνον

ὕλην τ᾽ ἀξέμεναι παρά τε σχεῖν ὅσσ᾽ ἐπιεικὲς

νεκρὸν ἔχοντα νέεσθαι ὑπὸ ζόφον ἠερόεντα,

ὄφρ᾽ ἤτοι τοῦτον μὲν ἐπιφλέγῃ ἀκάματον πῦρ

θᾶσσον ἀπ᾽ ὀφθαλμῶν, λαοὶ δ᾽ ἐπὶ ἔργα τράπωνται.  

Ὣς ἔφαθ᾽, οἳ δ᾽ ἄρα τοῦ μάλα μὲν κλύον ἠδὲ πίθοντο.

ἐσσυμένως δ᾽ ἄρα δόρπον ἐφοπλίσσαντες ἕκαστοι

δαίνυντ᾽, οὐδέ τι θυμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐΐσης.

αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο,

οἳ μὲν κακκείοντες ἕβαν κλισίην δὲ ἕκαστος,

Πηλεΐδης δ᾽ ἐπὶ θινὶ πολυφλοίσβοιο θαλάσσης

κεῖτο βαρὺ στενάχων πολέσιν μετὰ Μυρμιδόνεσσιν

ἐν καθαρῷ, ὅθι κύματ᾽ ἐπ᾽ ἠϊόνος κλύζεσκον·

εὖτε τὸν ὕπνος ἔμαρπτε λύων μελεδήματα θυμοῦ

νήδυμος ἀμφιχυθείς· μάλα γὰρ κάμε φαίδιμα γυῖα

Ἕκτορ᾽ ἐπαΐσσων προτὶ Ἴλιον ἠνεμόεσσαν·

ἦλθε δ᾽ ἐπὶ ψυχὴ Πατροκλῆος δειλοῖο  

πάντ᾽ αὐτῷ μέγεθός τε καὶ ὄμματα κάλ᾽ ἐϊκυῖα

καὶ φωνήν, καὶ τοῖα περὶ χροῒ εἵματα ἕστο·

στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ὑπὲρ κεφαλῆς καί μιν πρὸς μῦθον ἔειπεν·

εὕδεις, αὐτὰρ ἐμεῖο λελασμένος ἔπλευ Ἀχιλλεῦ.

οὐ μέν μευ ζώοντος ἀκήδεις, ἀλλὰ θανόντος·

θάπτέ με ὅττι τάχιστα πύλας Ἀΐδαο περήσω.

τῆλέ με εἴργουσι ψυχαὶ εἴδωλα καμόντων,

οὐδέ μέ πω μίσγεσθαι ὑπὲρ ποταμοῖο ἐῶσιν,

ἀλλ᾽ αὔτως ἀλάλημαι ἀν᾽ εὐρυπυλὲς Ἄϊδος δῶ.

καί μοι δὸς τὴν χεῖρ᾽· ὀλοφύρομαι, οὐ γὰρ ἔτ᾽ αὖτις

νίσομαι ἐξ Ἀΐδαο, ἐπήν με πυρὸς λελάχητε.

οὐ μὲν γὰρ ζωοί γε φίλων ἀπάνευθεν ἑταίρων

βουλὰς ἑζόμενοι βουλεύσομεν, ἀλλ᾽ ἐμὲ μὲν κὴρ

ἀμφέχανε στυγερή, ἥ περ λάχε γιγνόμενόν περ·

καὶ δὲ σοὶ αὐτῷ μοῖρα, θεοῖς ἐπιείκελ᾽ Ἀχιλλεῦ,

τείχει ὕπο Τρώων εὐηφενέων ἀπολέσθαι.

ἄλλο δέ τοι ἐρέω καὶ ἐφήσομαι αἴ κε πίθηαι·

μὴ ἐμὰ σῶν ἀπάνευθε τιθήμεναι ὀστέ᾽ Ἀχιλλεῦ,  

ἀλλ᾽ ὁμοῦ ὡς ἐτράφημεν ἐν ὑμετέροισι δόμοισιν,

εὖτέ με τυτθὸν ἐόντα Μενοίτιος ἐξ Ὀπόεντος

ἤγαγεν ὑμέτερον δ᾽ ἀνδροκτασίης ὕπο λυγρῆς,

ἤματι τῷ ὅτε παῖδα κατέκτανον Ἀμφιδάμαντος

νήπιος οὐκ ἐθέλων ἀμφ᾽ ἀστραγάλοισι χολωθείς·

ἔνθά με δεξάμενος ἐν δώμασιν ἱππότα Πηλεὺς

ἔτραφέ τ᾽ ἐνδυκέως καὶ σὸν θεράποντ᾽ ὀνόμηνεν·

ὣς δὲ καὶ ὀστέα νῶϊν ὁμὴ σορὸς ἀμφικαλύπτοι

χρύσεος ἀμφιφορεύς, τόν τοι πόρε πότνια μήτηρ.

Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·

τίπτέ μοι ἠθείη κεφαλὴ δεῦρ᾽ εἰλήλουθας

καί μοι ταῦτα ἕκαστ᾽ ἐπιτέλλεαι; αὐτὰρ ἐγώ τοι

πάντα μάλ᾽ ἐκτελέω καὶ πείσομαι ὡς σὺ κελεύεις.

ἀλλά μοι ἆσσον στῆθι· μίνυνθά περ ἀμφιβαλόντε

ἀλλήλους ὀλοοῖο τεταρπώμεσθα γόοιο.  

Ὣς ἄρα φωνήσας ὠρέξατο χερσὶ φίλῃσιν

οὐδ᾽ ἔλαβε· ψυχὴ δὲ κατὰ χθονὸς ἠΰτε καπνὸς

ᾤχετο τετριγυῖα· ταφὼν δ᾽ ἀνόρουσεν Ἀχιλλεὺς

χερσί τε συμπλατάγησεν, ἔπος δ᾽ ὀλοφυδνὸν ἔειπεν·  

ὢ πόποι ἦ ῥά τίς ἐστι καὶ εἰν Ἀΐδαο δόμοισι

ψυχὴ καὶ εἴδωλον, ἀτὰρ φρένες οὐκ ἔνι πάμπαν·

παννυχίη γάρ μοι Πατροκλῆος δειλοῖο

ψυχὴ ἐφεστήκει γοόωσά τε μυρομένη τε,

καί μοι ἕκαστ᾽ ἐπέτελλεν, ἔϊκτο δὲ θέσκελον αὐτῷ.  

Ὣς φάτο, τοῖσι δὲ πᾶσιν ὑφ᾽ ἵμερον ὦρσε γόοιο·

μυρομένοισι δὲ τοῖσι φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠὼς

ἀμφὶ νέκυν ἐλεεινόν. ἀτὰρ κρείων Ἀγαμέμνων

οὐρῆάς τ᾽ ὄτρυνε καὶ ἀνέρας ἀξέμεν ὕλην

πάντοθεν ἐκ κλισιῶν· ἐπὶ δ᾽ ἀνὴρ ἐσθλὸς ὀρώρει

Μηριόνης θεράπων ἀγαπήνορος Ἰδομενῆος.

οἳ δ᾽ ἴσαν ὑλοτόμους πελέκεας ἐν χερσὶν ἔχοντες

σειράς τ᾽ εὐπλέκτους· πρὸ δ᾽ ἄρ᾽ οὐρῆες κίον αὐτῶν.

πολλὰ δ᾽ ἄναντα κάταντα πάραντά τε δόχμιά τ᾽ ἦλθον·

ἀλλ᾽ ὅτε δὴ κνημοὺς προσέβαν πολυπίδακος Ἴδης,

αὐτίκ᾽ ἄρα δρῦς ὑψικόμους ταναήκεϊ χαλκῷ

τάμνον ἐπειγόμενοι· ταὶ δὲ μεγάλα κτυπέουσαι

πῖπτον· τὰς μὲν ἔπειτα διαπλήσσοντες Ἀχαιοὶ

ἔκδεον ἡμιόνων· ταὶ δὲ χθόνα ποσσὶ δατεῦντο

ἐλδόμεναι πεδίοιο διὰ ῥωπήϊα πυκνά.

πάντες δ᾽ ὑλοτόμοι φιτροὺς φέρον· ὡς γὰρ ἀνώγει  

Μηριόνης θεράπων ἀγαπήνορος Ἰδομενῆος.

κὰδ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπ᾽ ἀκτῆς βάλλον ἐπισχερώ, ἔνθ᾽ ἄρ᾽ Ἀχιλλεὺς

φράσσατο Πατρόκλῳ μέγα ἠρίον ἠδὲ οἷ αὐτῷ.  

Αὐτὰρ ἐπεὶ πάντῃ παρακάββαλον ἄσπετον ὕλην

ἥατ᾽ ἄρ᾽ αὖθι μένοντες ἀολλέες. αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς

αὐτίκα Μυρμιδόνεσσι φιλοπτολέμοισι κέλευσε

χαλκὸν ζώννυσθαι, ζεῦξαι δ᾽ ὑπ᾽ ὄχεσφιν ἕκαστον

ἵππους· οἳ δ᾽ ὄρνυντο καὶ ἐν τεύχεσσιν ἔδυνον,

ἂν δ᾽ ἔβαν ἐν δίφροισι παραιβάται ἡνίοχοί τε,

πρόσθε μὲν ἱππῆες, μετὰ δὲ νέφος εἵπετο πεζῶν

μυρίοι· ἐν δὲ μέσοισι φέρον Πάτροκλον ἑταῖροι.

θριξὶ δὲ πάντα νέκυν καταείνυσαν, ἃς ἐπέβαλλον

κειρόμενοι· ὄπιθεν δὲ κάρη ἔχε δῖος Ἀχιλλεὺς

ἀχνύμενος· ἕταρον γὰρ ἀμύμονα πέμπ᾽ Ἄϊδος δέ.  

Οἳ δ᾽ ὅτε χῶρον ἵκανον ὅθί σφισι πέφραδ᾽ Ἀχιλλεὺς

κάτθεσαν, αἶψα δέ οἱ μενοεικέα νήεον ὕλην.

ἔνθ᾽ αὖτ᾽ ἄλλ᾽ ἐνόησε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεύς·

στὰς ἀπάνευθε πυρῆς ξανθὴν ἀπεκείρατο χαίτην,

τήν ῥα Σπερχειῷ ποταμῷ τρέφε τηλεθόωσαν·  

ὀχθήσας δ᾽ ἄρα εἶπεν ἰδὼν ἐπὶ οἴνοπα πόντον·

Σπερχεί᾽ ἄλλως σοί γε πατὴρ ἠρήσατο Πηλεὺς

κεῖσέ με νοστήσαντα φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν

σοί τε κόμην κερέειν ῥέξειν θ᾽ ἱερὴν ἑκατόμβην,

πεντήκοντα δ᾽ ἔνορχα παρ᾽ αὐτόθι μῆλ᾽ ἱερεύσειν

ἐς πηγάς, ὅθι τοι τέμενος βωμός τε θυήεις.

ὣς ἠρᾶθ᾽ ὃ γέρων, σὺ δέ οἱ νόον οὐκ ἐτέλεσσας.

νῦν δ᾽ ἐπεὶ οὐ νέομαί γε φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν

Πατρόκλῳ ἥρωϊ κόμην ὀπάσαιμι φέρεσθαι.  

Ὣς εἰπὼν ἐν χερσὶ κόμην ἑτάροιο φίλοιο

θῆκεν, τοῖσι δὲ πᾶσιν ὑφ᾽ ἵμερον ὦρσε γόοιο.

καί νύ κ᾽ ὀδυρομένοισιν ἔδυ φάος ἠελίοιο

εἰ μὴ Ἀχιλλεὺς αἶψ᾽ Ἀγαμέμνονι εἶπε παραστάς·

Ἀτρεΐδη, σοὶ γάρ τε μάλιστά γε λαὸς Ἀχαιῶν

πείσονται μύθοισι, γόοιο μὲν ἔστι καὶ ἆσαι,

νῦν δ᾽ ἀπὸ πυρκαϊῆς σκέδασον καὶ δεῖπνον ἄνωχθι

ὅπλεσθαι· τάδε δ᾽ ἀμφὶ πονησόμεθ᾽ οἷσι μάλιστα

κήδεός ἐστι νέκυς· παρὰ δ᾽ οἵ τ᾽ ἀγοὶ ἄμμι μενόντων.  

Αὐτὰρ ἐπεὶ τό γ᾽ ἄκουσεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων,

αὐτίκα λαὸν μὲν σκέδασεν κατὰ νῆας ἐΐσας,

κηδεμόνες δὲ παρ᾽ αὖθι μένον καὶ νήεον ὕλην,

ποίησαν δὲ πυρὴν ἑκατόμπεδον ἔνθα καὶ ἔνθα,

ἐν δὲ πυρῇ ὑπάτῃ νεκρὸν θέσαν ἀχνύμενοι κῆρ.

πολλὰ δὲ ἴφια μῆλα καὶ εἰλίποδας ἕλικας βοῦς

πρόσθε πυρῆς ἔδερόν τε καὶ ἄμφεπον· ἐκ δ᾽ ἄρα πάντων

δημὸν ἑλὼν ἐκάλυψε νέκυν μεγάθυμος Ἀχιλλεὺς

ἐς πόδας ἐκ κεφαλῆς, περὶ δὲ δρατὰ σώματα νήει.

ἐν δ᾽ ἐτίθει μέλιτος καὶ ἀλείφατος ἀμφιφορῆας

πρὸς λέχεα κλίνων· πίσυρας δ᾽ ἐριαύχενας ἵππους

ἐσσυμένως ἐνέβαλλε πυρῇ μεγάλα στεναχίζων.

ἐννέα τῷ γε ἄνακτι τραπεζῆες κύνες ἦσαν,

καὶ μὲν τῶν ἐνέβαλλε πυρῇ δύο δειροτομήσας,

δώδεκα δὲ Τρώων μεγαθύμων υἱέας ἐσθλοὺς

χαλκῷ δηϊόων· κακὰ δὲ φρεσὶ μήδετο ἔργα·

ἐν δὲ πυρὸς μένος ἧκε σιδήρεον ὄφρα νέμοιτο.

ᾤμωξέν τ᾽ ἄρ᾽ ἔπειτα, φίλον δ᾽ ὀνόμηνεν ἑταῖρον·

χαῖρέ μοι ὦ Πάτροκλε καὶ εἰν Ἀΐδαο δόμοισι·

πάντα γὰρ ἤδη τοι τελέω τὰ πάροιθεν ὑπέστην,

δώδεκα μὲν Τρώων μεγαθύμων υἱέας ἐσθλοὺς

τοὺς ἅμα σοὶ πάντας πῦρ ἐσθίει· Ἕκτορα δ᾽ οὔ τι

δώσω Πριαμίδην πυρὶ δαπτέμεν, ἀλλὰ κύνεσσιν.

Ὣς φάτ᾽ ἀπειλήσας· τὸν δ᾽ οὐ κύνες ἀμφεπένοντο,

ἀλλὰ κύνας μὲν ἄλαλκε Διὸς θυγάτηρ Ἀφροδίτη

ἤματα καὶ νύκτας, ῥοδόεντι δὲ χρῖεν ἐλαίῳ

ἀμβροσίῳ, ἵνα μή μιν ἀποδρύφοι ἑλκυστάζων.

τῷ δ᾽ ἐπὶ κυάνεον νέφος ἤγαγε Φοῖβος Ἀπόλλων  

οὐρανόθεν πεδίον δέ, κάλυψε δὲ χῶρον ἅπαντα

ὅσσον ἐπεῖχε νέκυς, μὴ πρὶν μένος ἠελίοιο

σκήλει᾽ ἀμφὶ περὶ χρόα ἴνεσιν ἠδὲ μέλεσσιν.  

Οὐδὲ πυρὴ Πατρόκλου ἐκαίετο τεθνηῶτος·

ἔνθ᾽ αὖτ᾽ ἀλλ᾽ ἐνόησε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεύς·

στὰς ἀπάνευθε πυρῆς δοιοῖς ἠρᾶτ᾽ ἀνέμοισι

Βορέῃ καὶ Ζεφύρῳ, καὶ ὑπίσχετο ἱερὰ καλά·

πολλὰ δὲ καὶ σπένδων χρυσέῳ δέπαϊ λιτάνευεν

ἐλθέμεν, ὄφρα τάχιστα πυρὶ φλεγεθοίατο νεκροί,

ὕλη τε σεύαιτο καήμεναι. ὦκα δὲ Ἶρις

ἀράων ἀΐουσα μετάγγελος ἦλθ᾽ ἀνέμοισιν.

οἳ μὲν ἄρα Ζεφύροιο δυσαέος ἀθρόοι ἔνδον

εἰλαπίνην δαίνυντο· θέουσα δὲ Ἶρις ἐπέστη

βηλῷ ἔπι λιθέῳ· τοὶ δ᾽ ὡς ἴδον ὀφθαλμοῖσι

πάντες ἀνήϊξαν, κάλεόν τέ μιν εἰς ἓ ἕκαστος·

ἣ δ᾽ αὖθ᾽ ἕζεσθαι μὲν ἀνήνατο, εἶπε δὲ μῦθον·  

οὐχ ἕδος· εἶμι γὰρ αὖτις ἐπ᾽ Ὠκεανοῖο ῥέεθρα

Αἰθιόπων ἐς γαῖαν, ὅθι ῥέζουσ᾽ ἑκατόμβας ἀθανάτοις,

ἵνα δὴ καὶ ἐγὼ μεταδαίσομαι ἱρῶν.

ἀλλ᾽ Ἀχιλεὺς Βορέην ἠδὲ Ζέφυρον κελαδεινὸν

ἐλθεῖν ἀρᾶται, καὶ ὑπίσχεται ἱερὰ καλά,

ὄφρα πυρὴν ὄρσητε καήμεναι, ᾗ ἔνι κεῖται

Πάτροκλος, τὸν πάντες ἀναστενάχουσιν Ἀχαιοί.  

῝Η μὲν ἄρ᾽ ὣς εἰποῦσ᾽ ἀπεβήσετο, τοὶ δ᾽ ὀρέοντο

ἠχῇ θεσπεσίῃ νέφεα κλονέοντε πάροιθεν.

αἶψα δὲ πόντον ἵκανον ἀήμεναι, ὦρτο δὲ κῦμα

πνοιῇ ὕπο λιγυρῇ· Τροίην δ᾽ ἐρίβωλον ἱκέσθην,

ἐν δὲ πυρῇ πεσέτην, μέγα δ᾽ ἴαχε θεσπιδαὲς πῦρ.

παννύχιοι δ᾽ ἄρα τοί γε πυρῆς ἄμυδις φλόγ᾽ ἔβαλλον

φυσῶντες λιγέως· ὃ δὲ πάννυχος ὠκὺς Ἀχιλλεὺς

χρυσέου ἐκ κρητῆρος ἑλὼν δέπας ἀμφικύπελλον

οἶνον ἀφυσσόμενος χαμάδις χέε, δεῦε δὲ γαῖαν

ψυχὴν κικλήσκων Πατροκλῆος δειλοῖο.

ὡς δὲ πατὴρ οὗ παιδὸς ὀδύρεται ὀστέα καίων  

νυμφίου, ὅς τε θανὼν δειλοὺς ἀκάχησε τοκῆας,

ὣς Ἀχιλεὺς ἑτάροιο ὀδύρετο ὀστέα καίων,

ἑρπύζων παρὰ πυρκαϊὴν ἁδινὰ στεναχίζων.

῏Ημος δ᾽ ἑωσφόρος εἶσι φόως ἐρέων ἐπὶ γαῖαν,

ὅν τε μέτα κροκόπεπλος ὑπεὶρ ἅλα κίδναται ἠώς,

τῆμος πυρκαϊὴ ἐμαραίνετο, παύσατο δὲ φλόξ.

οἳ δ᾽ ἄνεμοι πάλιν αὖτις ἔβαν οἶκον δὲ νέεσθαι

Θρηΐκιον κατὰ πόντον· ὃ δ᾽ ἔστενεν οἴδματι θύων.

Πηλεΐδης δ᾽ ἀπὸ πυρκαϊῆς ἑτέρωσε λιασθεὶς

κλίνθη κεκμηώς, ἐπὶ δὲ γλυκὺς ὕπνος ὄρουσεν·

οἳ δ᾽ ἀμφ᾽ Ἀτρεΐωνα ἀολλέες ἠγερέθοντο·

τῶν μιν ἐπερχομένων ὅμαδος καὶ δοῦπος ἔγειρεν,

ἕζετο δ᾽ ὀρθωθεὶς καί σφεας πρὸς μῦθον ἔειπεν·

Ἀτρεΐδη τε καὶ ἄλλοι ἀριστῆες Παναχαιῶν,

πρῶτον μὲν κατὰ πυρκαϊὴν σβέσατ᾽ αἴθοπι οἴνῳ

πᾶσαν, ὁπόσσον ἐπέσχε πυρὸς μένος· αὐτὰρ ἔπειτα

ὀστέα Πατρόκλοιο Μενοιτιάδαο λέγωμεν

εὖ διαγιγνώσκοντες· ἀριφραδέα δὲ τέτυκται·

ἐν μέσσῃ γὰρ ἔκειτο πυρῇ, τοὶ δ᾽ ἄλλοι ἄνευθεν

ἐσχατιῇ καίοντ᾽ ἐπιμὶξ ἵπποι τε καὶ ἄνδρες.

καὶ τὰ μὲν ἐν χρυσέῃ φιάλῃ καὶ δίπλακι δημῷ

θείομεν, εἰς ὅ κεν αὐτὸς ἐγὼν Ἄϊδι κεύθωμαι.  

τύμβον δ᾽ οὐ μάλα πολλὸν ἐγὼ πονέεσθαι ἄνωγα,

ἀλλ᾽ ἐπιεικέα τοῖον· ἔπειτα δὲ καὶ τὸν Ἀχαιοὶ

εὐρύν θ᾽ ὑψηλόν τε τιθήμεναι, οἵ κεν ἐμεῖο

δεύτεροι ἐν νήεσσι πολυκλήϊσι λίπησθε.  

Ὣς ἔφαθ᾽, οἳ δ᾽ ἐπίθοντο ποδώκεϊ Πηλεΐωνι.

πρῶτον μὲν κατὰ πυρκαϊὴν σβέσαν αἴθοπι

οἴνῳ ὅσσον ἐπὶ φλὸξ ἦλθε, βαθεῖα δὲ κάππεσε τέφρη·

κλαίοντες δ᾽ ἑτάροιο ἐνηέος ὀστέα λευκὰ

ἄλλεγον ἐς χρυσέην φιάλην καὶ δίπλακα δημόν,

ἐν κλισίῃσι δὲ θέντες ἑανῷ λιτὶ κάλυψαν·

τορνώσαντο δὲ σῆμα θεμείλιά τε προβάλοντο

ἀμφὶ πυρήν· εἶθαρ δὲ χυτὴν ἐπὶ γαῖαν ἔχευαν,

χεύαντες δὲ τὸ σῆμα πάλιν κίον. αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς

αὐτοῦ λαὸν ἔρυκε καὶ ἵζανεν εὐρὺν ἀγῶνα,

νηῶν δ᾽ ἔκφερ᾽ ἄεθλα λέβητάς τε τρίποδάς τε

ἵππους θ᾽ ἡμιόνους τε βοῶν τ᾽ ἴφθιμα κάρηνα,

ἠδὲ γυναῖκας ἐϋζώνους πολιόν τε σίδηρον.  

Ἱππεῦσιν μὲν πρῶτα ποδώκεσιν ἀγλά᾽ ἄεθλα

θῆκε γυναῖκα ἄγεσθαι ἀμύμονα ἔργα ἰδυῖαν

καὶ τρίποδ᾽ ὠτώεντα δυωκαιεικοσίμετρον

τῷ πρώτῳ· ἀτὰρ αὖ τῷ δευτέρῳ ἵππον ἔθηκεν  

ἑξέτε᾽ ἀδμήτην βρέφος ἡμίονον κυέουσαν·

αὐτὰρ τῷ τριτάτῳ ἄπυρον κατέθηκε λέβητα

καλὸν τέσσαρα μέτρα κεχανδότα λευκὸν ἔτ᾽ αὔτως·

τῷ δὲ τετάρτῳ θῆκε δύω χρυσοῖο τάλαντα,

πέμπτῳ δ᾽ ἀμφίθετον φιάλην ἀπύρωτον ἔθηκε.

στῆ δ᾽ ὀρθὸς καὶ μῦθον ἐν Ἀργείοισιν ἔειπεν·

Ἀτρεΐδη τε καὶ ἄλλοι ἐϋκνήμιδες Ἀχαιοὶ

ἱππῆας τάδ᾽ ἄεθλα δεδεγμένα κεῖτ᾽ ἐν ἀγῶνι.

εἰ μὲν νῦν ἐπὶ ἄλλῳ ἀεθλεύοιμεν Ἀχαιοὶ

ἦ τ᾽ ἂν ἐγὼ τὰ πρῶτα λαβὼν κλισίην δὲ φεροίμην.

ἴστε γὰρ ὅσσον ἐμοὶ ἀρετῇ περιβάλλετον ἵπποι·

ἀθάνατοί τε γάρ εἰσι, Ποσειδάων δὲ πόρ᾽ αὐτοὺς

πατρὶ ἐμῷ Πηλῆϊ, ὃ δ᾽ αὖτ᾽ ἐμοὶ ἐγγυάλιξεν.

ἀλλ᾽ ἤτοι μὲν ἐγὼ μενέω καὶ μώνυχες ἵπποι·

τοίου γὰρ κλέος ἐσθλὸν ἀπώλεσαν ἡνιόχοιο ἠπίου,

ὅς σφωϊν μάλα πολλάκις ὑγρὸν ἔλαιον

χαιτάων κατέχευε λοέσσας ὕδατι λευκῷ.

τὸν τώ γ᾽ ἑσταότες πενθείετον, οὔδεϊ δέ σφι

χαῖται ἐρηρέδαται, τὼ δ᾽ ἕστατον ἀχνυμένω κῆρ.

ἄλλοι δὲ στέλλεσθε κατὰ στρατόν, ὅς τις Ἀχαιῶν

ἵπποισίν τε πέποιθε καὶ ἅρμασι κολλητοῖσιν.

[37] Βλ. Πρόκλος «Εις τα Πολιτείας Πλάτωνος υπόμνημα Α’[συνέχεια], 1.152.7 – 1.153.14» :

in R 1.152.7 ` to     in R 1.153.14 εἰ δὲ δεῖ καὶ τῶν ἀπορρητότερον ὑπὸ τοῦ καθηγεμόνος ἡμῶν τεθεωρημένων κἀν τούτοις ποιήσασθαι μνήμην, ῥη τέον ὅτι πᾶσα ἡ περὶ τὴν πυρὰν ἐκείνην τοῦ Ἀχιλλέως πραγματεία μιμεῖται τὸν παρὰ τοῖς θεουργοῖς τῆς ψυχῆς ἀπαθανατισμὸν εἰς τὴν χωριστὴν ζωὴν ἀνάγουσα τὴν τοῦ Πατρόκλου ψυχήν. διὸ καὶ στὰς πρὸ τῆς πυρᾶς ἐπικαλεῖσθαι λέγεται τοὺς ἀνέμους, Βορρᾶν καὶ Ζέφυρον [Il. Ψ 194], ἵνα καὶ τὸ φαινόμενον ὄχημα διὰ τῆς ἐμφανοῦς αὐτῶν κινήσεως τύχῃ τῆς πρεπούσης θεραπείας, καὶ τὸ τούτου θειότερον ἀφανῶς καθαρθῇ καὶ εἰς τὴν οἰκείαν ἀποκαταστῇ λῆξιν, ὑπὸ τῶν ἀερίων καὶ τῶν σεληναίων καὶ τῶν ἡλιακῶν αὐγῶν ἀνελκόμενον, ὥς πού φησίν <τις τῶν θεῶν,> καὶ πάννυχος ἐπισπένδειν παραδέδοται τῇ πυρᾷ·  <χρυσέου ἐκ κρητῆρος, ἑλὼν δέπας ἀμφικύπελλον,  ψυχὴν κικλήσκων Πατροκλῆος δειλοῖο> [Il. Ψ 219. 221 ]·  μονονουχὶ κηρύττοντος ἡμῖν τοῦ ποιητοῦ, καὶ ὅτι περὶ τὴν τοῦ φίλου ψυχὴν ἡ πραγματεία τοῦ Ἀχιλλέως ἦν, ἀλλ᾽ οὐ περὶ τὸ φαινόμενον μόνον, καὶ ὅτι πάντα συμβολικῶς αὐτῷ παρείληπται, καὶ ὁ χρυσοῦς κρατὴρ τῆς πηγῆς τῶν ψυχῶν, καὶ ἡ σπονδὴ τῆς ἐκεῖθεν ἀπορροίας κρείττονα ζωὴν ἐποχετευούσης τῇ μερικῇ ψυχῇ, καὶ ἡ πυρὰ τῆς ἀχράντου καθαρότητος τῆς εἰς τὸ ἀφανὲς περιάγειν ἀπὸ τῶν σωμάτων δυναμένης· καὶ ὅλως πολλὰ τῆς ὑπονοίας ταύτης λάβοι τις ἂν τεκμήρια τοῖς τοῦ καθηγεμόνος ἡμῶν ἐντυχών. τοιαύτης δὲ τῆς περὶ τὸν Πάτροκλον οὔσης θεραπείας οὐκ ἂν ἀπὸ τρόπου τις λέγοι καὶ τοὺς δώδεκα τούτους τοὺς πρὸς τῇ πυρᾷ σφαγέντας ὥσπερ ὀπαδοὺς συντετάχθαι τῇ τοῦ Πατρόκλου ψυχῇ, τὸ ἡγεμονικὸν αὐτῆς τοῦ Ἀχιλλέως εἰδότος καὶ θεραπεύσαντος. διὸ καὶ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ὡς οἰκειό τατον τοῖς ἕπεσθαι μέλλουσιν καὶ ταῖς παντελέσι προόδοις ἀνειμένον τῶν θεῶν ἐπελέξατο. πολλοῦ ἄρα δεῖ κατά τινα τῆς ψυχῆς ὠμότητα δεινὴν καὶ ἀγριότητα ταῦτα ἐκεῖνος, ἀλλ᾽ οὐ κατά τινας ἱερατικοὺς θεσμοὺς περὶ τὰς τῶν ἐν πολέμῳ τελευτησάντων ψυχὰς ἀφωρισμένους ἅπασαν τὴν πραγματείαν ταύτην πραγματεύσασθαι.

[38]Βλ. Ερμείας «Υπόμνημα εις τον Φαίδρον Πλάτωνος, 29.4 – 29.8» :

In Platonis Phaedrum scholia 29.4 ` to     In Platonis Phaedrum scholia 29.8 Βορέας δέ ἐστιν ἡ ἄνωθεν ἐπιλαμπομένη εἰς τὰ δεύτερα τῶν θεῶν πρόνοια· τὴν γὰρ πρόνοιαν τῶν θεῶν τὴν εἰς τὸν κόσμον διὰ τοῦ Βορέου δηλοῦσι, διὰ τὸ καὶ τὸν Βορέαν ἀπὸ τῶν ὑψηλῶν τόπων πνεῖν· τὴν δὲ ἀναγωγὸν τῶν θεῶν δύναμιν διὰ τοῦ Νότου, διὰ τὸ ἀπὸ τῶν χθαμαλῶν ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ πνεῖν·

[39]ν τσθτι θεν] = τ δεδομνπ Νηρηδων. (Scholia in Odysseam 24.67.1).

[40]Διωνσοιο δ δρον] = ἥντινα δέδωκεν αὐτῇ ὁ Διόνυσος, ὅτε παρὰ τοῦ Λυκούργου διωκόμενος κατέφυγεν εἰς αὐτήν. τοῦτο δὲ εὑρήσεις ἐν τῇ Ἰλιάδι (ζ, 130.) πλατύτερον. (Scholia in Odysseam 24.74.1 ` to     Scholia in Odysseam 24.74.3).

[41] Βλ. Όμηρος «Οδύσσεια, ραψ. Ω’ στ. 1 – 94»:

Od 24.1 ` to     Od 24.94 Ἑρμῆς δὲ ψυχὰς Κυλλήνιος ἐξεκαλεῖτο

ἀνδρῶν μνηστήρων· ἔχε δὲ ῥάβδον μετὰ χερσὶ

καλὴν χρυσείην, τῇ τ᾽ ἀνδρῶν ὄμματα θέλγει,

ὧν ἐθέλει, τοὺς δ᾽ αὖτε καὶ ὑπνώοντας ἐγείρει·

τῇ ῥ᾽ ἄγε κινήσας, ταὶ δὲ τρίζουσαι ἕποντο.

ὡς δ᾽ ὅτε νυκτερίδες μυχῷ ἄντρου θεσπεσίοιο

τρίζουσαι ποτέονται, ἐπεί κέ τις ἀποπέσῃσιν

ὁρμαθοῦ ἐκ πέτρης, ἀνά τ᾽ ἀλλήλῃσιν ἔχονται,

ὣς αἱ τετριγυῖαι ἅμ᾽ ἤϊσαν· ἦρχε δ᾽ ἄρα σφιν

Ἑρμείας ἀκάκητα κατ᾽ εὐρώεντα κέλευθα.

πὰρ δ᾽ ἴσαν Ὠκεανοῦ τε ῥοὰς καὶ Λευκάδα πέτρην,

ἠδὲ παρ᾽ Ἠελίοιο πύλας καὶ δῆμον Ὀνείρων ἤϊσαν·

αἶψα δ᾽ ἵκοντο κατ᾽ ἀσφοδελὸν λειμῶνα,

ἔνθα τε ναίουσι ψυχαί, εἴδωλα καμόντων.  

εὗρον δὲ ψυχὴν Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος

καὶ Πατροκλῆος καὶ ἀμύμονος Ἀντιλόχοιο

Αἴαντός θ᾽, ὃς ἄριστος ἔην εἶδός τε δέμας τε

τῶν ἄλλων Δαναῶν μετ᾽ ἀμύμονα Πηλεΐωνα.

ὣς οἱ μὲν περὶ κεῖνον ὁμίλεον· ἀγχίμολον δὲ

ἤλυθ᾽ ἔπι ψυχὴ Ἀγαμέμνονος Ἀτρεΐδαο

ἀχνυμένη· περὶ δ᾽ ἄλλαι ἀγηγέραθ᾽, ὅσσοι ἅμ᾽ αὐτῷ

οἴκῳ ἐν Αἰγίσθοιο θάνον καὶ πότμον ἐπέσπον.

τὸν προτέρη ψυχὴ προσεφώνεε Πηλεΐωνος·    

«Ἀτρεΐδη, περὶ μέν σε φάμεν Διὶ τερπικεραύνῳ

ἀνδρῶν ἡρώων φίλον ἔμμεναι ἤματα πάντα,

οὕνεκα πολλοῖσίν τε καὶ ἰφθίμοισιν ἄνασσες

δήμῳ ἔνι Τρώων, ὅθι πάσχομεν ἄλγε᾽ Ἀχαιοί.

ἦ τ᾽ ἄρα καὶ σοὶ πρωῒ παραστήσεσθαι ἔμελλε

μοῖρ᾽ ὀλοή, τὴν οὔ τις ἀλεύεται, ὅς κε γένηται.

ὡς ὄφελες τιμῆς ἀπονήμενος, ἧς περ ἄνασσες,

δήμῳ ἔνι Τρώων θάνατον καὶ πότμον ἐπισπεῖν·

τῶ κέν τοι τύμβον μὲν ἐποίησαν Παναχαιοί,

ἠδέ κε καὶ σῷ παιδὶ μέγα κλέος ἤρα᾽ ὀπίσσω·

νῦν δ᾽ ἄρα σ᾽ οἰκτίστῳ θανάτῳ εἵμαρτο ἁλῶναι.»  

τὸν δ᾽ αὖτε ψυχὴ προσεφώνεεν Ἀτρεΐδαο·

«ὄλβιε Πηλέος υἱέ, θεοῖσ᾽ ἐπιείκελ᾽ Ἀχιλλεῦ,

ὃς θάνες ἐν Τροίῃ ἑκὰς Ἄργεος· ἀμφὶ δέ σ᾽ ἄλλοι

κτείνοντο Τρώων καὶ Ἀχαιῶν υἷες ἄριστοι,

μαρνάμενοι περὶ σεῖο· σὺ δ᾽ ἐν στροφάλιγγι κονίης

κεῖσο μέγας μεγαλωστί, λελασμένος ἱπποσυνάων.

ἡμεῖς δὲ πρόπαν ἦμαρ ἐμαρνάμεθ᾽· οὐδέ κε πάμπαν

παυσάμεθα πτολέμου, εἰ μὴ Ζεὺς λαίλαπι παῦσεν.

αὐτὰρ ἐπεί σ᾽ ἐπὶ νῆας ἐνείκαμεν ἐκ πολέμοιο,

κάτθεμεν ἐν λεχέεσσι, καθήραντες χρόα καλὸν

ὕδατί τε λιαρῷ καὶ ἀλείφατι· πολλὰ δέ σ᾽ ἀμφὶ

δάκρυα θερμὰ χέον Δαναοὶ κείροντό τε χαίτας.

μήτηρ δ᾽ ἐξ ἁλὸς ἦλθε σὺν ἀθανάτῃσ᾽ ἁλίῃσιν

ἀγγελίης ἀΐουσα· βοὴ δ᾽ ἐπὶ πόντον ὀρώρει

θεσπεσίη, ὑπὸ δὲ τρόμος ἤλυθε πάντας Ἀχαιούς.

καί νύ κ᾽ ἀναΐξαντες ἔβαν κοίλας ἐπὶ νῆας,

εἰ μὴ ἀνὴρ κατέρυκε παλαιά τε πολλά τε εἰδώς,

Νέστωρ, οὗ καὶ πρόσθεν ἀρίστη φαίνετο βουλή·  

ὅ σφιν ἐῢ φρονέων ἀγορήσατο καὶ μετέειπεν·

«ἴσχεσθ᾽, Ἀργεῖοι, μὴ φεύγετε, κοῦροι Ἀχαιῶν.

μήτηρ ἐξ ἁλὸς ἥδε σὺν ἀθανάτῃσ᾽ ἁλίῃσιν

ἔρχεται, οὗ παιδὸς τεθνηότος ἀντιόωσα.»

ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἔσχοντο φόβου μεγάθυμοι Ἀχαιοί.

ἀμφὶ δέ σ᾽ ἔστησαν κοῦραι ἁλίοιο γέροντος

οἴκτρ᾽ ὀλοφυρόμεναι, περὶ δ᾽ ἄμβροτα εἵματα ἕσσαν.

Μοῦσαι δ᾽ ἐννέα πᾶσαι ἀμειβόμεναι ὀπὶ καλῇ

θρήνεον· ἔνθα κεν οὔ τιν᾽ ἀδάκρυτόν γ᾽ ἐνόησας

Ἀργείων· τοῖον γὰρ ὑπώρορε Μοῦσα λίγεια.

ἑπτὰ δὲ καὶ δέκα μέν σε ὁμῶς νύκτας τε καὶ ἦμαρ

κλαίομεν ἀθάνατοί τε θεοὶ θνητοί τ᾽ ἄνθρωποι·

ὀκτωκαιδεκάτῃ δ᾽ ἔδομεν πυρί· πολλὰ δ᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ

μῆλα κατεκτάνομεν μάλα πίονα καὶ ἕλικας βοῦς.

καίεο δ᾽ ἔν τ᾽ ἐσθῆτι θεῶν καὶ ἀλείφατι πολλῷ

καὶ μέλιτι γλυκερῷ· πολλοὶ δ᾽ ἥρωες Ἀχαιοὶ

τεύχεσιν ἐρρώσαντο πυρὴν πέρι καιομένοιο,

πεζοί θ᾽ ἱππῆές τε· πολὺς δ᾽ ὀρυμαγδὸς ὀρώρει.

αὐτὰρ ἐπεὶ δή σε φλὸξ ἤνυσεν Ἡφαίστοιο,

ἠῶθεν δή τοι λέγομεν λεύκ᾽ ὀστέ᾽, Ἀχιλλεῦ,

οἴνῳ ἐν ἀκρήτῳ καὶ ἀλείφατι. δῶκε δὲ μήτηρ

χρύσεον ἀμφιφορῆα· Διωνύσοιο δὲ δῶρον

φάσκ᾽ ἔμεναι, ἔργον δὲ περικλυτοῦ Ἡφαίστοιο.

ἐν τῷ τοι κεῖται λεύκ᾽ ὀστέα, φαίδιμ᾽ Ἀχιλλεῦ,

μίγδα δὲ Πατρόκλοιο Μενοιτιάδαο θανόντος,

χωρὶς δ᾽ Ἀντιλόχοιο, τὸν ἔξοχα τῖες ἁπάντων

τῶν ἄλλων ἑτάρων μετὰ Πάτροκλόν γε θανόντα.

ἀμφ᾽ αὐτοῖσι δ᾽ ἔπειτα μέγαν καὶ ἀμύμονα τύμβον  

χεύαμεν Ἀργείων ἱερὸς στρατὸς αἰχμητάων

ἀκτῇ ἔπι προὐχούσῃ, ἐπὶ πλατεῖ Ἑλλησπόντῳ,

ὥς κεν τηλεφανὴς ἐκ ποντόφιν ἀνδράσιν εἴη

τοῖσ᾽, οἳ νῦν γεγάασι καὶ οἳ μετόπισθεν ἔσονται.

μήτηρ δ᾽ αἰτήσασα θεοὺς περικαλλέ᾽ ἄεθλα

θῆκε μέσῳ ἐν ἀγῶνι ἀριστήεσσιν Ἀχαιῶν.

ἤδη μὲν πολέων τάφῳ ἀνδρῶν ἀντεβόλησας

ἡρώων, ὅτε κέν ποτ᾽ ἀποφθιμένου βασιλῆος

ζώννυνταί τε νέοι καὶ ἐπεντύνωνται ἄεθλα·

ἀλλά κε κεῖνα μάλιστα ἰδὼν θηήσαο θυμῷ,

οἷ᾽ ἐπὶ σοὶ κατέθηκε θεὰ περικαλλέ᾽ ἄεθλα,

ἀργυρόπεζα Θέτις· μάλα γὰρ φίλος ἦσθα θεοῖσιν.

ὣς σὺ μὲν οὐδὲ θανὼν ὄνομ᾽ ὤλεσας, ἀλλά τοι αἰεὶ

πάντας ἐπ᾽ ἀνθρώπους κλέος ἔσσεται ἐσθλόν, Ἀχιλλεῦ·

[42] Για μια καλύτερη εικόνα της περιοχής βλέπε στην κάτωθι διαδικτυακή υπερσύνδεση : «Η νεκρόπολη στο Αρμένι Ρεθύμνου»

[43] Βλ. Νικος Ι. Μερουσης «Οι εικονογραφικοι κυκλοι των υστερομινωικων ιιι λαρνακων, οι διαστασεις της εικονογραφιας στα πλαισια των ταφικων πρακτικων. Σελ 111» (διδακτορική διατριβή). Επίσης Παπαδοπούλου Ε. «Μυκηναϊκά έθιμα ταφής στο μινωικό πολιτισμό. Ταφικές στήλες από το ΥΜ νεκροταφείο Αρμενων Ρεθύμνης», Sec.Congr.Mic, 1471-1478. Επίσης Τζεδάκις, Γ., 1971β. «Λάρνακες Υστερομινωικού νεκροταφείου Αρμένων Ρεθύμνης».

[44] Βλ. Γεώργιου Ν. Ευαγγέλου «Πρακτικές ταφής κατά την νέο-ανακτορική, τελική ανακτορική και μετά-ανακτορική περίοδο στην Κεντρική Κρήτη», σελ. 77.

[45] Βλ. Γεώργιου Ν. Ευαγγέλου «Πρακτικές ταφής κατά την νέο-ανακτορική, τελική ανακτορική και μετά-ανακτορική περίοδο στην Κεντρική Κρήτη», σελ. 83.

[46]   Η χρονολόγηση του τάφου, αρχικά βασιζόμενη στη γραπτή λάρνακα, ετοποθετείτο στην περίοδο ακριβώς πριν την τελική καταστροφή του ανακτόρου της Κνωσού. Αργότερα, ο La Rosa χρονολόγησε με ακρίβεια τον τάφο σε αρχική φάση της ΥΜ ΙΙΙΑ2, βάσει της κεραμικής που βρέθηκε μέσα στους τοίχους του τάφου (LaRosa 1990, 280 κεξ.).

[47] Πβλ. Γεώργιου Ν. Ευαγγέλου «Πρακτικές ταφής κατά την νέο-ανακτορική, τελική ανακτορική και μετά-ανακτορική περίοδο στην Κεντρική Κρήτη», σελ. 259-260.

[48] Πβλ. Γεώργιου Ν. Ευαγγέλου «Πρακτικές ταφής κατά την νέο-ανακτορική, τελική ανακτορική και μετά-ανακτορική περίοδο στην Κεντρική Κρήτη», σελ. 320 – σχόλιο 1344 – και σελ. 419.

[49] Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 716.c.1 – 718.b.5» :

Leg 716.c.1 ` to     Leg 718.b.5 {ΑΘ.} «Τίς οὖν δὴ πρᾶξις φίλη καὶ ἀκόλουθος θεῷ; μία, καὶ ἕνα λόγον ἔχουσα ἀρχαῖον, ὅτι τῷ μὲν ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον ὄντι μετρίῳ φίλον ἂν εἴη, τὰ δ᾽ ἄμετρα οὔτε ἀλλήλοις οὔτε τοῖς ἐμμέτροις. ὁ δὴ θεὸς ἡμῖν πάντων χρημάτων μέτρον ἂν εἴη μάλιστα, καὶ πολὺ μᾶλλον ἤ πού τις, ὥς φασιν, ἄνθρωπος· τὸν οὖν τῷ τοιούτῳ προσφιλῆ γενησόμενον, εἰς δύναμιν ὅτι μάλιστα καὶ αὐτὸν τοιοῦτον ἀναγκαῖον γίγνεσθαι, καὶ κατὰ τοῦτον δὴ τὸν λόγον ὁ μὲν σώφρων ἡμῶν θεῷ φίλος, ὅμοιος γάρ, ὁ δὲ μὴ σώφρων ἀνόμοιός τε καὶ διάφορος καὶ <ὁ> ἄδικος, καὶ τὰ ἄλλ᾽ οὕτως κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἔχει. νοήσωμεν δὴ τούτοις ἑπόμενον εἶναι τὸν τοιόνδε λόγον, πντων κλλιστον κα ληθστατον ομαι λγων, ς τ μν γαθ θειν κα προσομιλεν ε τος θεος εχας κα ναθμασιν κα συμπσ θεραπείᾳ θεν κλλιστον κα ριστον κα νυσιμτατον πρς τν εδαμονα βον κα δ κα διαφερντως πρπον, τῷ δὲ κακῷ τούτων τἀναντία πέφυκεν. ἀκάθαρτος γὰρ τὴν ψυχὴν ὅ γε κακός, καθαρὸς δὲ ὁ ἐναντίος, παρὰ δὲ μιαροῦ δῶρα οὔτε ἄνδρ᾽ ἀγαθὸν οὔτε θεὸν ἔστιν ποτὲ τό γε ὀρθὸν δέχεσθαι· μάτην οὖν περὶ θεοὺς ὁ πολύς ἐστι πόνος τοῖς ἀνοσίοις, τοῖσιν δὲ ὁσίοις ἐγκαιρότατος ἅπασιν. σκοπς μν ον μν οτος ο δε στοχζεσθαι· βέλη δὲ αὐτοῦ καὶ οἷον ἡ   τοῖς βέλεσιν ἔφεσις τὰ ποῖ᾽ ἂν λεγόμενα ὀρθότατα φέροιτ᾽ ἄν; πρτον μν, φαμν, τιμς τς μετ λυμπους τε κα τος τν πλιν χοντας θεος τος χθονοις ν τις θεος ρτια κα δετερα κα ριστερ νμων ρθτατα το τς εσεβεας σκοπο τυγχνοι, τ δ τοτων νωθεν [τ περιττ] κα ντφωνα, τος μπροσθεν ηθεσιν νυνδ. μετ θεος δ τοσδε κα τος δαμοσιν γε μφρων ργιζοιτ ν, ρωσιν δ μετ τοτους. πακολουθο δ ατος δρματα δια πατρων θεν κατ νμον ργιαζμενα, γονέων δὲ μετὰ ταῦτα τιμαὶ ζώντων· γονέων δὲ μετὰ ταῦτα τιμαὶ ζώντων· ὡς θέμις ὀφείλοντα ἀποτίνειν τὰ πρῶτά τε καὶ μέγιστα ὀφειλήματα, χρεῶν πάντων πρεσβύτατα, νομίζειν δέ, ἃ κέκτηται καὶ ἔχει, πάντα εἶναι τῶν γεννησάντων καὶ θρεψαμένων πρὸς τὸ παρέχειν αὐτὰ εἰς ὑπηρεσίαν ἐκείνοις κατὰ δύναμιν πᾶσαν, ἀρχόμενον ἀπὸ τῆς οὐσίας, δεύτερα τὰ τοῦ σώματος, τρίτα τὰ τῆς ψυχῆς, ἀπο τίνοντα δανείσματα ἐπιμελείας τε καὶ ὑπερπονούντων ὠδῖνας παλαιὰς ἐπὶ νέοις δανεισθείσας, ἀποδιδόντα δὲ παλαιοῖς ἐν τῷ γήρᾳ σφόδρα κεχρημένοις. παρὰ δὲ πάντα τὸν βίον ἔχειν τε καὶ ἐσχηκέναι χρὴ πρὸς αὑτοῦ γονέας εὐφημίαν διαφερόντως, διότι κούφων καὶ πτηνῶν λόγων βαρυτάτη ζημία—πᾶσι γὰρ ἐπίσκοπος τοῖς περὶ τὰ τοιαῦτα ἐτάχθη Δίκης Νέμεσις ἄγγελος—θυμουμένοις τε οὖν ὑπείκειν δεῖ καὶ ἀποπιμπλᾶσι τὸν θυμόν, ἐάντ᾽ ἐν λόγοις ἐάντ᾽ ἐν ἔργοις δρῶσιν τὸ τοιοῦτον, συγγιγνώσκοντα, ὡς εἰκότως μάλιστα πατὴρ ὑεῖ δοξάζων ἀδικεῖσθαι θυμοῖτ᾽ ἂν διαφερόντως. τελευτησάντων δὲ γονέων ταφὴ μὲν ἡ σωφρονεστάτη καλλίστη, μήτε ὑπεραίροντα τῶν εἰθισμένων ὄγκων μήτ᾽ ἐλλείποντα ὧν οἱ προπάτορες τοὺς ἑαυτῶν γεννητὰς ἐτίθεσαν, τάς τε αὖ κατ᾽ ἐνιαυτὸν τῶν ἤδη τέλος ἐχόντων ὡσαύτως ἐπιμελείας τὰς κόσμον φερούσας ἀποδιδόναι· τῷ δὲ μὴ παραλείπειν μνήμην ἐνδελεχῆ παρεχόμενον, τούτῳ μάλιστ᾽ ἀεὶ πρεσβεύειν, δαπάνης τε τῆς διδομένης ὑπὸ τύχης τὸ μέτριον τοῖς κεκμηκόσιν νέμοντα. ταῦτ᾽ ἂν ποιοῦντες καὶ κατὰ ταῦτα ζῶντες ἑκάστοτε ἕκαστοι τὴν ἀξίαν ἂν παρὰ θεῶν καὶ ὅσοι κρείττονες ἡμῶν κομιζοίμεθα, ἐν ἐλπίσιν ἀγαθαῖς διάγοντες τὸ πλεῖστον τοῦ βίου.» ἃ δὲ πρὸς ἐκγόνους καὶ συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ πολίτας, ὅσα τε ξενικὰ πρὸς θεῶν θεραπεύματα καὶ ὁμιλίας συμπάντων τούτων ἀποτελοῦντα τὸν αὑτοῦ βίον φαιδρυνάμενον κατὰ νόμον κοσμεῖν δεῖ, τῶν νόμων αὐτῶν ἡ διέξοδος, τὰ μὲν πείθουσα, τὰ δὲ μὴ ὑπείκοντα πειθοῖ τῶν ἠθῶν βίᾳ καὶ δίκῃ κολάζουσα, τὴν πόλιν ἡμῖν συμβουληθέντων θεῶν μακαρίαν τε καὶ εὐδαίμονα ἀποτελεῖ·

[50] Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 930.e.3 – 932.a.5» :

Leg 930.e.3 ` to     Leg 932.a.5   Γονέων δὲ ἀμελεῖν οὔτε θεὸς οὔτε ἄνθρωπος νοῦν ἔχων σύμβουλός ποτε γένοιτ᾽ ἂν οὐδεὶς οὐδενί· φρονῆσαι δὲ χρὴ περὶ θεῶν θεραπείας τοιόνδε προοίμιον ἂν γενόμενον εἰς τὰς τῶν γεννησάντων τιμάς τε καὶ ἀτιμίας ὀρθῶς συντεταγμένον· Νόμοι περὶ θεοὺς ἀρχαῖοι κεῖνται πᾶσιν διχῇ. τοὺς μὲν γὰρ τῶν θεῶν ὁρῶντες σαφῶς τιμῶμεν, τῶν δ᾽ εἰκόνας ἀγάλματα ἱδρυσάμενοι, οὓς ἡμῖν ἀγάλλουσι καίπερ ἀψύχους ὄντας, ἐκείνους ἡγούμεθα τοὺς ἐμψύχους θεοὺς πολλὴν διὰ ταῦτ᾽ εὔνοιαν καὶ χάριν ἔχειν. πατὴρ οὖν ὅτῳ καὶ μήτηρ ἢ τούτων πατέρες ἢ μητέρες ἐν οἰκίᾳ κεῖνται κειμήλιοι ἀπειρηκότες γήρᾳ, μηδεὶς διανοηθήτω ποτὲ ἄγαλμα αὑτῷ, τοιοῦτον ἐφέστιον ἵδρυμα ἐν οἰκίᾳ ἔχων, μᾶλλον κύριον ἔσεσθαι, ἐὰν δὴ κατὰ τρόπον γε ὀρθῶς αὐτὸ θεραπεύῃ ὁ κεκτημένος.  

{ΚΛ.} Τίνα δὴ τὴν ὀρθότητα εἶναι φράζεις;  

{ΑΘ.} Ἐγὼ ἐρῶ· καὶ γὰρ οὖν ἄξιον, ὦ φίλοι, ἀκούειν τά γε δὴ τοιαῦτα.  

{ΚΛ.} Λέγε μόνον.  

{ΑΘ.} Οἰδίπους, φαμέν, ἀτιμασθεὶς ἐπηύξατο τοῖς αὑτοῦ τέκνοις ἃ δὴ καὶ πᾶς ὑμνεῖ τέλεα καὶ ἐπήκοα γενέσθαι παρὰ θεῶν, Ἀμύντορά τε Φοίνικι τῷ ἑαυτοῦ ἐπαρᾶσθαι παιδὶ θυμωθέντα καὶ Ἱππολύτῳ Θησέα καὶ ἑτέρους ἄλλοις μυρίους μυρίοις, ὧν γέγονε σαφὲς ἐπηκόους εἶναι γονεῦσι πρὸς τέκνα θεούς· ἀραῖος γὰρ γονεὺς ἐκγόνοις ὡς οὐδεὶς ἕτερος ἄλλοις, δικαιότατα. μὴ δή τις ἀτιμαζομένῳ μὲν διαφερόντως πατρὶ πρὸς παίδων καὶ μητρὶ θεὸν ἐπήκοον ἐν εὐχαῖς ἡγείσθω γίγνεσθαι κατὰ φύσιν, τιμωμένῳ δὲ ἄρα καὶ περιχαρεῖ σφόδρα γενομένῳ, καὶ διὰ τὰ τοιαῦτα εὐχαῖς λιπαρῶς εἰς ἀγαθὰ τοῖς παισὶ παρακαλοῦντος θεούς, οὐκ ἄρα τὰ τοιαῦτα ἀκούειν ἐξ ἴσου καὶ νέμειν ἡμῖν αὐτοὺς ἡγησόμεθα; ἀλλ᾽ οὐκ ἄν ποτε δίκαιοι νομῆς εἶεν ἀγαθῶν, ὃ δή φαμεν ἥκιστα θεοῖς εἶναι πρέπον.  

{ΚΛ.} Πολύ γε.  

{ΑΘ.} Οὐκοῦν διανοηθῶμεν, ὃ σμικρῷ πρότερον εἴπομεν, ὡς οὐδὲν πρὸς θεῶν τιμιώτερον ἄγαλμ᾽ ἂν κτησαίμεθα πατρὸς καὶ προπάτορος παρειμένων γήρᾳ καὶ μητέρων τὴν αὐτὴν δύναμιν ἐχουσῶν, οὓς ὅταν ἀγάλλῃ τις τιμαῖς, γέγηθεν ὁ θεός· οὐ γὰρ ἂν ἐπήκοος ἦν αὐτῶν. θαυμαστὸν γὰρ δήπου τὸ προγόνων ἵδρυμα ἡμῖν ἐστιν, διαφερόντως τῶν ἀψύχων· τὰ μὲν γὰρ θεραπευόμενα ὑφ᾽ ἡμῶν, ὅσα ἔμψυχα, συνεύχεται ἑκάστοτε, καὶ ἀτιμαζόμενα τἀναντία, τὰ δ᾽ οὐδέτερα, ὥστε ἂν ὀρθῶς τις χρῆται πατρὶ καὶ προπάτορι καὶ πᾶσι τοῖς τοιούτοις, πάντων πρὸς θεοφιλῆ μοῖραν κυριώτατα ἀγαλμάτων ἂν κεκτῇτο.

{ΚΛ.} Κάλλιστ᾽ εἶπες.  

{ΑΘ.} Πᾶς δὴ νοῦν ἔχων φοβεῖται καὶ τιμᾷ γονέων εὐχάς, εἰδὼς πολλοῖς καὶ πολλάκις ἐπιτελεῖς γενομένας· τούτων οὖν οὕτω φύσει διατεταγμένων, τοῖς μὲν ἀγαθοῖς ἕρμαιον πρόγονοι γηραιοί, ζῶντες μέχρι τῶν ἐσχάτων τοῦ βίου, καὶ ἀπιόντες νέοι σφόδρα ποθεινοί, τοῖς δὲ κακοῖς εὖ μάλα φοβεροί. πᾶς δὴ τιμάτω πάσαις τιμαῖς ταῖς ἐννόμοις τοὺς   αὑτοῦ γεννήτορας τοῖς νῦν πεισθεὶς λόγοις·

[51]      Carmen aureum 1 ` to     Carmen aureum 3   Ἀθανάτους μὲν πρῶτα θεούς, νόμωι ὡς διάκειται, τίμα καὶ σέβου ὅρκον. ἔπειθ᾽ ἥρωας ἀγαυούς τούς τε καταχθονίους σέβε δαίμονας ἔννομα ῥέζων  

[52] Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 738.b.5 – 738.e.1» :

Leg 738.b.5 ` to     Leg 738.e.1 οὔτ᾽ ἂν καινὴν ἐξ ἀρχῆς τις ποιῇ οὔτ᾽ ἂν παλαιὰν διεφθαρμένην ἐπισκευάζηται, περὶ θεῶν γε καὶ ἱερῶν, ἅττα τε ἐν τῇ πόλει ἑκάστοις ἱδρῦσθαι δεῖ καὶ ὧντινων ἐπονομάζεσθαι θεῶν ἢ δαιμόνων, οὐδεὶς ἐπιχειρήσει κινεῖν νοῦν ἔχων ὅσα ἐκ Δελφῶν ἢ Δωδώνης ἢ παρ᾽ Ἄμμωνος ἤ τινες ἔπεισαν παλαιοὶ λόγοι ὁπῃδή τινας πείσαντες, φασμάτων γενομένων ἢ ἐπιπνοίας λεχθείσης θεῶν, πείσαντες δὲ θυσίας τελεταῖς συμμείκτους κατεστήσαντο εἴτε αὐτόθεν ἐπιχωρίους εἴτ᾽ οὖν Τυρρηνικὰς εἴτε Κυπρίας εἴτε ἄλλοθεν ὁθενοῦν, καθιέρωσαν δὲ τοῖς τοιούτοις λόγοις φήμας τε καὶ ἀγάλματα καὶ βωμοὺς καὶ ναούς, τεμένη τε τούτων ἑκάστοις ἐτεμένισαν· τούτων νομοθέτῃ τὸ σμικρότατον ἁπάντων οὐδὲν κινητέον, τοῖς δὲ μέρεσιν ἑκάστοις θεὸν ἢ δαίμονα ἢ καί τινα ἥρωα ἀποδοτέον, ἐν δὲ τῇ τῆς γῆς διανομῇ πρώτοις ἐξαίρετα τεμένη τε καὶ πάντα τὰ προσήκοντα ἀποδοτέον, ὅπως ἂν σύλλογοι ἑκάστων τῶν μερῶν κατὰ χρόνους γιγνόμενοι τοὺς προσταχθέντας εἴς τε τὰς χρείας ἑκάστας εὐμάρειαν παρασκευάζωσι καὶ φιλοφρονῶνταί τε ἀλλήλους μετὰ θυσιῶν καὶ οἰκειῶνται καὶ γνωρίζωσιν,

[53] Εδώ ο Πλάτων λέγει ούτε λίγο ούτε πολύ πως την ίδρυση Ναών και θυσιών την νομοθετεί ο Δελφικός Απόλλων – δια της Πυθίας – και ουδείς άλλος! Τουτέστιν δεν επιτρέπεται να κατασκευάζει ουδείς εκ των ανθρώπων ναούς όπου αυτός νομίζει, παρά μόνον με την υπόδειξη δια μέσω χρησμού εκ του Δελφικού μαντείου.

[54] Αναφέρεται στην λατρεία τόσο των κατ’ ουσία όσο και των κατά θέση Δαιμόνων & Ηρώων.

[55] Βλ. Πλάτων «Πολιτεία, 427.b.2 – 427.c.4» :

Resp 427.b.2 ` to     Resp 427.c.4 τῷ μέντοι Ἀπόλλωνι τῷ ἐν Δελφοῖς τά γε μέγιστα καὶ κάλλιστα καὶ πρῶτα τῶν νομοθετημάτων.  

– Τὰ ποῖα; ἦ δ᾽ ὅς.  

– Ἱερῶν τε ἱδρύσεις καὶ θυσίαι καὶ ἄλλαι θεῶν τε καὶ δαιμόνων καὶ ἡρώων θεραπεῖαι· τελευτησάντων <τε> αὖ θῆκαι καὶ ὅσα τοῖς ἐκεῖ δεῖ ὑπηρετοῦντας ἵλεως αὐτοὺς ἔχειν. τὰ γὰρ δὴ τοιαῦτα οὔτ᾽ ἐπιστάμεθα ἡμεῖς οἰκίζοντές τε πόλιν οὐδενὶ ἄλλῳ πεισόμεθα, ἐὰν νοῦν ἔχωμεν, οὐδὲ χρησόμεθα ἐξηγητῇ ἀλλ᾽ ἢ τῷ πατρίῳ· οὗτος γὰρ δήπου ὁ θεὸς περὶ τὰ τοιαῦτα πᾶσιν ἀνθρώποις πάτριος ἐξηγητὴς [ἐν μέσῳ] τῆς γῆς ἐπὶ τοῦ ὀμφαλοῦ καθήμενος ἐξηγεῖται.

[56] Βλ. Αισχύλος «Χοηφόροι, στ. 124 – 151» :

Ch 124 ` to     Ch 151 {Ηλ.}       κῆρυξ μέγιστε τῶν ἄνω τε καὶ κάτω,      

<ἄρηξον,> Ἑρμῆ χθόνιε, κηρύξας ἐμοὶ      

τοὺς γῆς ἔνερθε δαίμονας κλύειν ἐμὰς      

εὐχάς, πατρῴων δωμάτων ἐπισκόπους,      

καὶ γαῖαν αὐτήν, ἣ τὰ πάντα τίκτεται      

θρέψασά τ᾽ αὖθις τῶνδε κῦμα λαμβάνει·      

κἀγὼ χέουσα τάσδε χέρνιβας νεκροῖς      

λέγω καλοῦσα πατέρ᾽· Ἐποίκτιρόν τ᾽ ἐμέ,      

φίλον τ᾽ Ὀρέστην φῶς ἄναψον ἐν δόμοις.      

πεπραμένοι γὰρ νῦν γέ πως ἀλώμεθα      

πρὸς τῆς τεκούσης, ἄνδρα δ᾽ ἀντηλλάξατο      

Αἴγισθον, ὅσπερ σοῦ φόνου μεταίτιος.      

κἀγὼ μὲν ἀντίδουλος· ἐκ δὲ χρημάτων      

φεύγων Ὀρέστης ἐστίν, οἱ δ᾽ ὑπερκόπως      

ἐν τοῖσι σοῖς πόνοισι χλίουσιν μέγα.      

ἐλθεῖν δ᾽ Ὀρέστην δεῦρο σὺν τύχῃ τινὶ      

κατεύχομαί σοι, καὶ σὺ κλῦθί μου, πάτερ·      

αὐτῇ τέ μοι δὸς σωφρονεστέραν πολὺ      

μητρὸς γενέσθαι χεῖρά τ᾽ εὐσεβεστέραν.        

ἡμῖν μὲν εὐχὰς τάσδε, τοῖς δ᾽ ἐναντίοις      

λέγω φανῆναί σου, πάτερ, τιμάορον,      

καὶ τοὺς κτανόντας ἀντικατθανεῖν δίκῃ.        

ταῦτ᾽ ἐν μέσῳ τίθημι τῆς κακῆς ἀρᾶς,        

κείνοις λέγουσα τήνδε τὴν κακὴν ἀράν·      

ἡμῖν δὲ πομπὸς ἴσθι τῶν ἐσθλῶν ἄνω,      

σὺν θεοῖσι καὶ γῇ καὶ δίκῃ νικηφόρῳ.        

τοιαῖσδ᾽ ἐπ᾽ εὐχαῖς τάσδ᾽ ἐπισπένδω χοάς.      

ὑμᾶς δὲ κωκυτοῖσ᾽ ἐπανθίζειν νόμος,      

παιᾶνα τοῦ θανόντος ἐξαυδωμένας.

[57]βαρτιμοι] ο βαρως τινμενοι καταχθνιοι θεο. (Scholia in Aeschylum Supp.24-25.1).

[58] <τρτος οκοφλαξ> = τριτσπονδος, ἢ ὁ τρίτος τῶν εἰρημένων. εἶπε γὰρ ὕπατοι θεοὶ καὶ χθόνιοι καὶ Ζεὺς σωτὴρ τρίτος. (Scholia in Aeschylum Supp.26.1).

[59] <δξαιθκτην> = δέξαιτο ἡμᾶς τῶι τῆς χώρας αἰδεσίμωι πνεύματι, ὅ ἐστιν αἰδῶ ἐπιπνεύσας τοῖς ἡμᾶς δεχομένοις Ἀργείοις. (Scholia in Aeschylum Supp.27.1).

[60] Βλ. Αισχύλος «Ικέτιδες, στ. 23 – 28»:

Supp 23 ` to     Supp 28 ὦ πόλις, ὦ γῆ, καὶ λευκὸν ὕδωρ,      

ὕπατοί τε θεοί, καὶ βαρύτιμοι        

χθόνιοι θήκας κατέχοντες,      

καὶ Ζεὺς σωτὴρ τρίτος, οἰκοφύλαξ      

ὁσίων ἀνδρῶν, δέξασθ᾽ ἱκέτην      

τὸν θηλυγενῆ στόλον αἰδοίῳ      

[61] <Κεκασμνον> = κεκοσμημένον. (Βλ. Λεξικό Σουίδα). <Κεκασμνον> = κεκοσμημένον. κάζω γὰρ τὸ καλλωπίζω. (Βλ. Λεξικό Ψευδοζωναρά).

καίνυμαι (Α)

  • υπερτερώ, υπερέχω (α. «ἐκαίνυτο φῡλ’ ἀνθρώπων νῆα κυβερνῆσαι» — ήταν ο ανώτερος απ’ όλους τους ανθρώπους στο να κυβερνήσει πλοίο, Ομ. Οδ.

«ἥ ῥα γυναικῶν φῡλον ἐκαίνυτο… εἴδεΐ τε μεγέθει τε» — που ξεπερνούσε όλες τις γυναίκες στη μορφή και στ’ ανάστημα, Ησίοδ.)

  • (μτχ. παρακμ.) κεκασμένος και δωρ. τ. κεκαδμένος, –η, –ον

α) ξεχωριστός, διακεκριμένος («παντοίης ἀρετῆσι κεκασμένος ἐν Δαναοῑσιν», Ομ. Οδ.

β) στολισμένος, κεκοσμημένος («ὦμον ἐλέφαντι κεκαδμένον» — ώμο στολισμένο με φίλντισι, Πίνδ.)

γ) φρ. «εὖ κεκασμένον δόρυ» — καλά οπλισμένη ομάδα ενόπλων (Αισχ.)

  • (σπάν. τ. ενεργ.) «καινύτω» — νικάτω, ας υπερέχει (Ησύχ.).

[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται μάλλον για υποχωρητ. σχηματισμένο ενεστ. < παρακμ. κέκασμαι* αναλογικά προς τα δαίνυμαι: δέδασμαι].

Πηγή : Academic Dictionaries and Encyclopedias

[62] Βλ. Αισχύλος «Ευμενίδες, στ. 754 – 777»:

Eum 754 ` to     Eum 777

{Ορ.}       ὦ Παλλάς, ὦ σώσασα τοὺς ἐμοὺς δόμους,      

γαίας πατρῴας ἐστερημένον σύ τοι      

κατῴκισάς με· καί τις Ἑλλήνων ἐρεῖ,      

«Ἀργεῖος ἁνὴρ αὖθις ἔν τε χρήμασιν      

οἰκεῖ πατρῴοις, Παλλάδος καὶ Λοξίου      

ἕκατι, καὶ τοῦ πάντα κραίνοντος τρίτου      

Σωτῆρος»—ὃς πατρῷον αἰδεσθεὶς μόρον      

σῴζει με, μητρὸς τάσδε συνδίκους ὁρῶν.        

ἐγὼ δὲ χώρᾳ τῇδε καὶ τῷ σῷ στρατῷ      

τὸ λοιπὸν εἰς ἅπαντα πλειστήρη χρόνον      

ὁρκωμοτήσας νῦν ἄπειμι πρὸς δόμους,      

μήτοι τιν᾽ ἄνδρα δεῦρο πρυμνήτην χθονὸς      

ἐλθόντ᾽ ἐποίσειν εὖ κεκασμένον δόρυ.      

αὐτοὶ γὰρ ἡμεῖς ὄντες ἐν τάφοις τότε      

τοῖς τἀμὰ παρβαίνουσι νῦν ὁρκώματα      

ἀμηχάνοισι † πράξομεν δυσπραξίαις,      

ὁδοὺς ἀθύμους καὶ παρόρνιθας πόρους      

τιθέντες, ὡς αὐτοῖσι μεταμέλῃ πόνος·      

ὀρθουμένων δέ, καὶ πόλιν τὴν Παλλάδος      

τιμῶσιν αἰεὶ τήνδε συμμάχῳ δορί,      

αὐτοί σφιν ἡμεῖς ἐσμεν εὐμενέστεροι.        

καὶ χαῖρε, καὶ σὺ καὶ πολισσοῦχος λεώς·        

πάλαισμ᾽ ἄφυκτον τοῖς ἐναντίοις ἔχοις,      

σωτήριόν τε καὶ δορὸς νικηφόρον.

[63] Βλ. Αισχύλος «Χοηφόροι, στ. 278 – 281» :

     Ch 278 ` to     Ch 281 τὰ μὲν γὰρ ἐκ γῆς δυσφρόνων μηνίματα      

βροτοῖς πιφαύσκων εἶπε τάσδε νῷν νόσους,      

σαρκῶν ἐπαμβατῆρας ἀγρίαις γνάθοις,      

λιχῆνας ἐξέσθοντας ἀρχαίαν φύσιν·

[64] Αναφέρεται στην οντική πτώση του ανθρώπινου γένους – βλέπε και τα λεγόμενα του Ησιόδου, στο «Έργα και ημέρες, στ. 135 – 137», σχετικά με το “Αργυρό γένος”:

«δεν ήθελαν τους αθανάτους να λατρεύουν, ούτε να θυσιάζουν επάνω στους ιερούς βωμούς των μακάρων, σύμφωνα με τα έθιμα που έχουν οι άνθρωποι ο καθένας στον τόπο του.»

Op 135 ` to     Op 137 οὐδ᾽ ἀθανάτους θεραπεύειν ἤθελον οὐδ᾽ ἔρδειν μακάρων ἱεροῖς ἐπὶ βωμοῖς, ᾗ θέμις ἀνθρώποις κατὰ ἤθεα.

[65] Προσευχές προς εκδίωξη τέτοιων σκέψεων.

[66] Ο άνθρωπος με τέτοιο νόσημα, ο οποίος έχει διαπράξει αδίκημα απέναντι στους Θεούς, τους γονείς ή την πόλη του, είναι καλύτερο και για τον ίδιο και για την πόλη του να πεθαίνει. Αν εξακολουθήσει να ζει θα γίνει καταστροφή για την πόλη του, με τον ίδιο τρόπο που μίας θανατηφόρα νόσος θα μεταδοθεί και σε άλλους αν έρθει σε επαφή ο ασθενής με άλλους ανθρώπους.

[67] Βλ. Πλάτων «Νόμοι, 854.a.5 – 855.a.4» :

Leg 854.a.5 ` to     Leg 855.a.4 λέγοι δή τις ἂν ἐκείνῳ διαλεγόμενος ἅμα καὶ παραμυθούμενος, ὃν ἐπιθυμία κακὴ παρακαλοῦσα μεθ᾽ ἡμέραν τε καὶ ἐπεγείρουσα νύκτωρ ἐπί τι τῶν ἱερῶν ἄγει συλήσοντα, τάδε· Ὦ θαυμάσιε, οὐκ ἀνθρώπινόν σε κακὸν οὐδὲ θεῖον κινεῖ τὸ νῦν ἐπὶ τὴν ἱεροσυλίαν προτρέπον ἰέναι, οἶστρος δέ σέ τις ἐμφυόμενος ἐκ παλαιῶν καὶ ἀκαθάρτων τοῖς ἀνθρώποις ἀδικημάτων, περιφερόμενος ἀλιτηριώδης, ὃν εὐλαβεῖσθαι χρεὼν παντὶ σθένει· τίς δ᾽ ἐστὶν εὐλάβεια, μαθέ. ὅταν σοι προσπίπτῃ τι τῶν τοιούτων δογμάτων, ἴθι ἐπὶ τὰς ἀποδιοπομπήσεις, ἴθι ἐπὶ θεῶν ἀποτροπαίων ἱερὰ ἱκέτης, ἴθι ἐπὶ τὰς τῶν λεγομένων ἀνδρῶν ὑμῖν ἀγαθῶν συνουσίας, καὶ τὰ μὲν ἄκουε, τὰ δὲ πειρῶ λέγειν αὐτός, ὡς δεῖ τὰ καλὰ καὶ τὰ δίκαια πάντα ἄνδρα τιμᾶν· τὰς δὲ τῶν κακῶν συνουσίας φεῦγε ἀμεταστρεπτί. καὶ ἐὰν μέν σοι δρῶντι ταῦτα λωφᾷ τι τὸ νόσημα· εἰ δὲ μή, καλλίω θάνατον σκεψάμενος ἀπαλλάττου τοῦ βίου.   Ταῦτα ἡμῶν ᾀδόντων προοίμια τοῖς πάντα ταῦτα ἐπι νοοῦσιν ὅσα ἀνόσια ἔργα καὶ πολιτοφθόρα, τῷ μὲν πειθομένῳ τὸν νόμον ἐᾶν σιγῇ δεῖ, τῷ δὲ ἀπειθοῦντι μετὰ τὸ προοίμιον ᾄδειν μέγα· Ὃς δ᾽ ἂν ἱεροσυλῶν ληφθῇ, ἐὰν μὲν ᾖ δοῦλος ἢ ξένος, ἐν τῷ προσώπῳ καὶ ταῖς χερσὶ γραφεὶς τὴν συμφοράν, καὶ μαστιγωθεὶς ὁπόσας ἂν δόξῃ τοῖς δικασταῖς, ἐκτὸς τῶν ὅρων τῆς χώρας γυμνὸς ἐκβληθήτω· τάχα γὰρ ἂν δοὺς ταύτην τὴν δίκην γένοιτ᾽ ἂν βελτίων σωφρονισθείς. οὐ γὰρ ἐπὶ κακῷ δίκη γίγνεται οὐδεμία γενομένη κατὰ νόμον, δυοῖν δὲ θάτερον ἀπεργάζεται σχεδόν· ἢ γὰρ βελτίονα ἢ μοχθηρότερον ἧττον ἐξηργάσατο τὸν τὴν δίκην παρασχόντα. πολίτης δὲ ἄν τίς ποτέ τι τοιοῦτον δρῶν ἀναφανῇ, περὶ θεοὺς ἢ περὶ γονέας ἢ περὶ πόλιν ἠδικηκὼς τῶν μεγάλων τινα καὶ ἀπορρήτων ἀδικιῶν, ὡς ἀνίατον ἤδη τοῦτον ὄντα ὁ δικαστὴς διανοείσθω, λογιζόμενος οἵας παιδείας τε καὶ τροφῆς ἐκ παιδὸς τυγχάνων οὐκ ἀπέσχετο τῶν μεγίστων κακῶν. δίκη δὴ τούτῳ θάνατος, ἐλάχιστον τῶν κακῶν, τοὺς δὲ ἄλλους παράδειγμα ὀνήσει γενόμενος, ἀκλεὴς καὶ ὑπὲρ τοὺς τῆς χώρας ὅρους ἀφανισθείς· παισὶ δὲ καὶ γένει, ἐὰν φύγωσι τὰ πατρῷα ἤθη, κλέος ἔστω καὶ λόγος ἔντιμος λεγόμενος, ὡς εὖ τε καὶ ἀνδρείως εἰς ἀγαθὸν ἐκ κακοῦ διαπεφευγότων.

[68] Βλ. Πρόκλος «Κατά Πλάτωνα Θεολογία, Βιβλίο Α’, 1.5.6 – 1.8.15») :

Theol Plat 1.5.6 ` to     Theol Plat 1.6.15   Ἅπασαν μὲν τὴν Πλάτωνος φιλοσοφίαν, ὦ φίλων ἐμοὶ φίλτατε Περίκλεις, καὶ τὴν ἀρχὴν ἐκλάμψαι νομίζω κατὰ τὴν τῶν κρειττόνων ἀγαθοειδῆ βούλησιν, τὸν ἐν αὐτοῖς κεκρυμμένον νοῦν καὶ τὴν ἀλήθειαν τὴν ὁμοῦ τοῖς οὖσι συνυφεστῶσαν ταῖς περὶ γένεσιν στρεφομέναις ψυχαῖς, καθ᾽ ὅσον αὐταῖς θεμιτὸν τῶν οὕτως ὑπερφυῶν καὶ μεγάλων ἀγαθῶν μετέχειν, ἐκφαίνουσαν, καὶ πάλιν ὕστερον τελειωθῆναι καὶ ὥσπερ εἰς ἑαυτὴν ἀναχωρήσασαν καὶ τοῖς πολλοῖς τῶν φιλοσοφεῖν ἐπαγγελλομένων καὶ <τῆς τοῦ ὄντος θήρασ> ἀντιλαμβάνεσθαι σπευδόντων ἀφανῆ καταστᾶσαν, αὖθις εἰς φῶς προελθεῖν· διαφερόντως δὲ οἶμαι τὴν περὶ αὐτῶν τῶν θείων μυσταγωγίαν <ἐν ἁγνῷ βάθρῳ> καθαρῶς ἱδρυμένην καὶ παρ᾽ αὐτοῖς τοῖς θεοῖς διαιωνίως ὑφεστηκυῖαν ἐκεῖθεν τοῖς κατὰ χρόνον αὐτῆς ἀπολαῦσαι δυναμένοις ἐκφανῆναι δι᾽ ἑνὸς ἀνδρός, ὃν οὐκ ἂν ἁμάρτοιμι <τῶν> ἀληθινῶν <τελετῶν, ἃς τελοῦνται> χωρισθεῖσαι τῶν περὶ γῆν τόπων αἱ ψυχαί, καὶ τῶν <ὁλοκλήρων καὶ ἀτρεμῶν φασμάτων> ὧν μεταλαμβάνουσιν αἱ τῆς εὐδαίμονος καὶ μακαρίας ζωῆς γνησίως ἀντεχόμεναι, προηγεμόνα καὶ ἱεροφάντην ἀποκαλῶν· οὕτως δὲ σεμνῶς καὶ ἀπορρήτως ὑπ᾽ αὐτοῦ τὴν πρώτην ἐκλάμψασαν οἷον ἁγίοις ἱεροῖς καὶ τῶν ἀδύτων ἐντὸς ἱδρυνθεῖσαν ἀσφαλῶς καὶ τοῖς πολλοῖς τῶν εἰσιόντων ἀγνοηθεῖσαν [ἀσφαλῶς], ἐν τακταῖς χρόνων περιόδοις ὑπὸ δή τινων ἱερέων ἀληθινῶν καὶ τὸν προσήκοντα τῇ μυσταγωγίᾳ βίον ἀνελομένων προελθεῖν μὲν ἐφ᾽ ὅσον ἦν αὐτῇ δυνατόν, ἅπαντα δὲ καταλάμψαι τὸν τόπον καὶ πανταχοῦ <τὰς> τῶν θείων φασμάτων ἐλλάμψεις καταστήσασθαι.       Τούτους δὴ τοὺς τῆς Πλατωνικῆς ἐποπτείας ἐξηγητὰς καὶ τὰς παναγεστάτας ἡμῖν περὶ τῶν θείων ὑφηγήσεις ἀναπλώσαντας καὶ τῷ σφετέρῳ καθηγεμόνι παραπλησίαν τὴν φύσιν λαχόντας εἶναι θείην ἂν ἔγωγε Πλωτῖνόν τε τὸν Αἰγύπτιον καὶ τοὺς ἀπὸ τούτου παραδεξαμένους τὴν θεωρίαν, Ἀμέλιόν τε καὶ Πορφύριον, καὶ τρίτους οἶμαι τοὺς ἀπὸ τούτων <ὥσπερ ἀνδριάντασ> ἡμῖν ἀποτελεσθέντας, Ἰάμβλιχόν τε καὶ Θεόδωρον, καὶ εἰ δή τινες ἄλλοι μετὰ τούτους ἑπόμενοι τῷ θείῳ τούτῳ χορῷ περὶ τῶν τοῦ Πλάτωνος τὴν ἑαυτῶν διάνοιαν ἀνεβάκχευσαν, παρ᾽ ὧν τὸ γνησιώτατον καὶ καθαρώτατον τῆς ἀληθείας φῶς τοῖς τῆς ψυχῆς κόλποις ἀχράντως ὑποδεξάμενος ὁ μετὰ θεοὺς ἡμῖν τῶν καλῶν πάντων καὶ ἀγαθῶν ἡγεμών, τῆς τε ἄλλης ἁπάσης ἡμᾶς μετόχους κατέστησε τοῦ Πλάτωνος φιλοσοφίας καὶ κοινωνοὺς ὧν ἐν ἀπορρήτοις παρὰ τῶν αὐτοῦ πρεσβυτέρων μετείληφε, καὶ δὴ καὶ τῆς περὶ τῶν θείων μυστικῆς ἀληθείας συγχορευτὰς ἀπέφηνε.      Τούτῳ μὲν οὖν εἰ μέλλοιμεν τὴν προσήκουσαν χάριν ἐκτίσειν τῶν εἰς ἡμᾶς εὐεργεσιῶν, οὐδ᾽ ἂν ὁ σύμπας ἐξαρκέσειε χρόνος. Εἰ δὲ δεῖ μὴ μόνον αὐτοὺς εἰληφέναι παρ᾽ ἄλλων τὸ τῆς Πλατωνικῆς φιλοσοφίας ἐξαίρετον ἀγαθὸν ἀλλὰ καὶ τοῖς ὕστερον ἐσομένοις ὑπομνήματα καταλείπειν τῶν μακαρίων θεαμάτων, ὧν αὐτοὶ καὶ θεαταὶ γενέσθαι φαμὲν καὶ ζηλωταὶ κατὰ δύναμιν ὑφ᾽ ἡγεμόνι τῷ τῶν καθ᾽ ἡμᾶς τελεωτάτῳ καὶ εἰς ἄκρον ἥκοντι φιλοσοφίας,

[69] Βλ. Πρόκλος στο «Υπόμνημα στον Πλάτωνος Παρμενίδη, βιβλίο Α’, 620.19 – 620.24» :

in Prm 620.19 ` to     in Prm 620.24 ὃν ἐγὼ φαίην ἂν φιλοσοφίας τύπον εἰς ἀνθρώπους ἐλθεῖν ἐπ᾽ εὐεργεσίᾳ τῶν τῇδε ψυχῶν, ἀντὶ τῶν ἀγαλμάτων, ἀντὶ τῶν ἱερῶν, ἀντὶ τῆς ὅλης ἁγιστείας αὐτῆς, καὶ σωτηρίας ἀρχηγὸν τοῖς γε νῦν οὖσι ἀνθρώποις καὶ τοῖς εἰσαῦθις γενησομένοις.

[70] Αθεϊα δεν είναι απλά η μη αποδοχή δημιουργικής και γεννητικής αιτίας, αλλά και της αθανασίας της λογικής ψυχής καθώς επίσης όσοι νοσούν εκ της αθεϊας, νοσούν :

  • Είτε από την πρώτη αθεΐα, είναι εκείνοι οι άνθρωποι που θεωρούν ότι δεν υπάρχουν Θεοί
  • Είτε από την δεύτερη αθεΐα, είναι εκείνοι οι άνθρωποι που θεωρούν ότι υπάρχουν Θεοί αλλά αρνούνται την πρόνοιά τους – πχ ο Επίκουρος.
  • Είτε από την τρίτη αθεΐα, είναι εκείνοι οι άνθρωποι που θεωρούν ότι υπάρχουν Θεοί και ότι προνοούν αλλά θεωρούν ότι τα πάντα γίνονται από τους θεούς αναγκαστικά.
  • Είτε από την τέταρτη αθεϊα, είναι εκείνοι οι άνθρωπο πουθεωρούν ότι οι Θεοί ότι δελεάζονται και μεταπείθονται εύκολα με θυσίες και προσευχές ανεξάρτητα δικαιοσύνης.