Θεία Πίστις


Ο Πλάτων στον «Γοργία» μας κάνει λόγο για δύο είδη πίστεως∙ την ψευδή και την αληθινή.

«Ἆρ᾽ ἔστιν τις, ὦ Γοργία, πίστις ψευδὴς καὶ ἀληθής;» φαίης ἄν, ὡς ἐγὼ οἶμαι.   
(Πλάτων «Γοργίας» 454.d.5-6)      

Δηλαδή:
«Άραγε, Γοργία, είναι δυνατόν να υπάρχει πίστη ψευδή και αληθινή;» Εσύ θα απαντούσες θετικά, καθώς εγώ υποθέτω.

Για την ψευδή πίστη, κάνει λόγο και στην «Πολιτεία» όπου καθορίζει 4 “διαδικασίες” με τις οποίες η ψυχή και κατ’ επέκταση ο άνθρωπος δύναται να γνωρίσει κάτι. Αυτές με σειρά από το ανώτερο προς το κατώτερο είναι:

επιστήμη(=αληθινή γνώση) -> διάνοια -> πίστη  -> εικασία

Από αυτά τα τέσσερα, τα δύο πρώτα, ανήκουν σε μία ευρύτερη έννοια, τη νόηση και τα 2 τελευταία στη δόξα(=απλή γνώμη)

Ἀρκέσει οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὥσπερ τὸ πρότερον, τὴν μὲν πρώτην μοῖραν ἐπιστήμην καλεῖν, δευτέραν δὲ διάνοιαν, τρίτην δὲ πίστιν καὶ εἰκασίαν τετάρτην· καὶ συναμφότερα μὲν ταῦτα δόξαν, συναμφότερα δ᾽ ἐκεῖνα νόησιν· καὶ δόξαν μὲν περὶ γένεσιν, νόησιν δὲ περὶ οὐσίαν· καὶ ὅτι οὐσία πρὸς γένεσιν, νόησιν πρὸς δόξαν, καὶ ὅτι νόησις πρὸς δόξαν, ἐπι στήμην πρὸς πίστιν καὶ διάνοιαν πρὸς εἰκασίαν
(Πλάτων «Πολιτεία» 7ο Βιβλίο 534.Α)

Δηλαδή:
«Θα μας είναι λοιπόν ικανοποιητικό, όπως πρωτύτερα, να ονομάζουμε το πρώτο τμήμα “επιστήμη”, το δεύτερο “διάνοια”, το τρίτο “πίστη” και το τέταρτο “εικασία”• αυτά τα δύο τελευταία να τα λέμε από κοινού “δόξα” και τα δύο πρώτα “νόηση”• να συσχετίζεται η δόξα με τη “γένεσιν” και η νόηση με την “ουσία”• και όπως συσχετίζεται η ουσία με τη γένεσιν, έτσι να συσχετίζεται η νόηση με τη δόξα, και όπως συσχετίζεται η νόηση με τη δόξα, έτσι να συσχετίζεται η επιστήμη με την πίστη και η διάνοια με την εικασία

Για την αληθινή πίστη, κάνει λόγο στους «Νόμους»:

«ἀλήθεια δὴ πάντων μὲν ἀγαθῶν θεοῖς ἡγεῖται, πάντων δὲ ἀνθρώποις· ἧς ὁ γενήσεσθαι μέλλων μακάριός τε καὶ εὐδαίμων ἐξ ἀρχῆς εὐθὺς μέτοχος εἴη, ἵνα ὡς πλεῖστον χρόνον ἀληθὴς ὢν διαβιοῖ. πιστὸς γάρ· ». (Πλάτων «Νόμοι» 730.c.17 – 730.c.4)        

Δηλαδή:
«Η αλήθεια ηγείται όλα τα αγαθά, σε Θεούς και ανθρώπους∙ όποιος θέλει να γίνει μακάριος και ευδαίμων, εξ’ αρχής πρέπει να μετέχει σε αυτή, και να ζει ως το πλείστον ως αληθής∙ αυτός είναι ο πιστός»

Άρα, κατανοούμε ότι ο εραστής του μεγαλύτερου θείου αγαθού, της αλήθειας, διακατέχεται από την αληθινή πίστη. Για να αντιληφθούμε όμως κάπως παραπάνω το θέμα του συνδυασμού αλήθειας και πίστεως, και πως η τελευταία μας συνδέει με τους Θεούς θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι στον «Φαίδρο»[1] μας αναφέρει ο Πλάτων το «πεδίο της αλήθειας», το οποίο το ονομάζει λειμώνα(=λιβάδι) και όσα περιέχει γίνονται ορατά από τις ψυχές όταν εκείνες “περάσουν” πάνω από την ουράνια αψίδα, κάθονται με την πλάτη στον ουράνιο θόλο και βλέπουν καθώς εκείνος περιφέρεται τα θεάματα του υπερουράνιου τόπου. Αυτά γίνονται ορατά μόνο από τον Ηνίοχο,  ο οποίος υψώνει το κεφάλι του προς τον τόπο που είναι έξω από τον ουρανό και θεάται τα όντα εκεί. Ο Πρόκλος[2], αναλύοντας αυτό το θέμα μας πληροφορεί ότι εκτός από το «πεδίο της αλήθειας», υπάρχει και το «άδυτο της αλήθειας». Η αλήθεια αυτή, συνδέεται με τον Απόλλωνα[3]. Ο Απόλλων συνδέεται με τον Ήλιο[4], και ο Ήλιος με το Αγαθό[5]. Από αυτά τα τρία πηγάζει φως∙ το αισθητό του Ηλίου, το νοερό του Απόλλωνος και το υπερούσιο του Αγαθού.

 «Γιατί καθένας από αυτούς του Θεούς (Ήλιος, Απόλλων) είναι ανάλογος με το Αγαθό, και το αισθητό φως και η νοερή αλήθεια είναι ανάλογα με το υπερούσιο φως· και τα τρία αυτά φώτα ακολουθούν το ένα τ’ άλλο, το θείο, το νοερό και το αισθητό· το αισθητό φτάνει στα αισθητά από τον ορατό ήλιο, το φως του Απόλλωνος φθάνει στα νοερά και το φως του Αγαθού στα νοητά
(Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας» 6.58 -6.60)

Έως εκ τούτου, ο εραστής της αλήθειας, δηλαδή του νοερού φωτός του Απόλλωνος, γίνεται πιστός και με την πίστη αυτή λούζεται από το υπερούσιο φως του Αγαθού. Πιο συγκεκριμένα, ο Πρόκλος, μας ξεκαθαρίζει το θέμα της πίστεως, λέγοντας:

Δηλαδή:
«Για το Αγαθό δεν χρειάζονται πλέον τη γνώση και την ενέργεια όσοι αδημονούν να συνδεθούν με αυτό, αλλά κατάσταση ιδρύσεως(σταθερότητα το μεταφράζει), μονιμότητας και ηρεμίας. Τί λοιπόν θα μας ενώσει με αυτό; Τί θα σταματήσει την ενέργεια και την κίνηση; Τί όλα τα Θεία τα ενώνει με την πρώτιστη και άρρητη Ενάδα της Αγαθότητος; Πώς καθετί ενιδρυμένο(εδραιωμένο στη μετάφραση) μέσα στον ανώτερό του με βάση το Αγαθό, στον εαυτό του πάλι εδράζει(εδραιώνει η μετάφραση) όσα το ακολουθούν ως την αιτία τους; Για να μιλήσω συνοπτικά, των Θεών πίστις εστίν αυτή που συνενώνει(ενίζουσα το αρχαίο) σύμπαντα τα γένη Θεών, Δαιμόνων και Ευδαιμόνων ψυχών. Διότι δεν πρέπει ούτε γνωστικώς, ούτε ατελώς να επιζητούν το Αγαθό, αλλά παραδίδοντας τους εαυτούς τους στο Θείο Φως και «κλείνοντας τα μάτια» (μυσάντας στο αρχαίο), έτσι να εδραιώνονται στην άγνωστη και κρύφια Ενάδα των Όντων∙ διότι αυτό το γένος της πίστης πρεσβύτερον εστι της γνωστικής ενέργειας, όχι σε εμάς, αλλά και στους ίδιους τους Θεούς, και σύμφωνα με αυτό όλοι οι Θεοί έχουν συνενωθεί και σε ένα κέντρο μονοειδώς συγκεντρώνουν όλες τις δυνάμεις και τις προόδους τους. Αν όμως πρέπει και στα επιμέρους να την προσδιορίσουμε, μη μου θεωρήσεις αυτή την πίστη ίδια με την πλάνη[6] γύρω από τα αισθητά∙ διότι αυτή υπολείπεται της επιστημής και πολλώ μάλλον της των όντων αλήθειας, ενώ η των Θεών πίστη ανεβάζει άπασα τη γνώση και στην κορυφαία Ένωση συνδέει τα δεύτερα(κατώτερα) με τα πρώτα(ανώτερα). Ούτε πάλι να μην εννοήσεις την πίστη που τώρα υμνούμε όμοια με την πίστη των αποκαλουμένων κοινών εννοιών∙ διότι και τις κοινές έννοιες τις πιστεύουμε πριν από κάθε συλλογισμό, αλλά η γνώση και αυτών είναι μεριστή και με κανένα τρόπο ισάξια με την Θεία Ένωση, και η επιστήμη αυτών όχι μόνο από την πίστη αλλά και από την νοερά απλότητα είναι κατώτερη(δεύτερη)∙ διότι ο νους βρίσκεται επέκεινα πάσης επιστήμης, και από την πρώτη και από αυτή που βρίσκεται μετά την πρώτη. Ας μην υποστηρίξουμε λοιπόν ότι είναι η ενέργεια του νου ίδια με αυτού του είδους την πίστη∙ καθώς η ενέργεια αυτή είναι πολυειδής(πολύμορφη στη μετάφραση) και διαχωρίζεται από την ετερότητα των νοουμένων της και γενικά από την νοερή κίνηση περί του νοητού∙ πρέπει όμως η Θεία Πίστη να υπάρχει ήρεμη και ενοειδή(ενιαία), τοποθετημένη με τελειότητα(τελείως ιδρυνθείσαν στο αρχαίο) μέσα στο λιμάνι(όρμο στο αρχαία) της Αγαθότητας. Διότι ούτε το καλόν, ούτε το σοφόν, ούτε κανένα άλλο από τα όντα είναι τόσο πιστό(αξιόπιστο) για όλα τα όντα και ασφαλές και απομακρυσμένο πάνω από κάθε αμφιβολία και διαιρεμένη απόπειρα συλλήψεως και κινήσεως, όπως το Αγαθό. Λόγω αυτού λοιπόν και ο νους ασπάζεται μία άλλη ένωση, ανώτερη από την νοερή ενέργεια και προηγούμενη από την ενέργεια∙ και η ψυχή την ποικιλία του νου και την των ειδών αγλαΐαν(λαμπερό κόσμο) δεν τα υπολογίζει καθόλου σε σύγκριση με την υπεροχή του Αγαθού απ’ όλα, και ανατρέχοντας στην ύπαρξή της αφήνει τη νόηση(το νοείν) και πάντοτε επιδιώκει και κυνηγά και ποθεί και αδημονεί να εγκολπωθεί στο Αγαθό και μόνο σε αυτό από όλα παραδίδει τον εαυτό της άφοβα.  […]    Αυτό λοιπόν το ένα λιμάνι (όρμος) είναι το πιο ασφαλές από όλα τα όντα και αυτό είναι το πιο πιστό(αξιόπιστο) για όλα τα όντα. Και γι’ αυτό βέβαια και η επαφή με Αυτό και η ένωση από τους θεολόγους αποκαλείται πίστη∙ και όχι μόνο από εκείνους, αλλά, αν πρέπει να πούμε αυτά πιστεύουμε, και από τον Πλάτωνα στους «Νόμους» έχει διακηρυχτεί η συγγένεια αυτής της πίστεως με την αλήθεια και τον έρωτα. Ξεγελά όμως τους περισσότερους κάνοντάς τους να πιστεύουν ότι δεν πραγματεύεται αυτά, καθώς κάνει λόγο για τα αντίθετα και συγκεντρώνει μαζί τους υποβιβασμούς από αυτή την τριάδα. Λέει λοιπόν και ο ίδιος ξεκάθαρα εκεί[7] ότι «ο φιλοψευδής είναι άπιστος, ο άπιστος είναι άφιλος(ακατάλληλος για φιλία)∙ είναι λοιπόν αναγκαίο ο φιλαληθής να είναι πιστός(αξιόπιστος) και ο πιστός να είναι κατάλληλος για φιλία. Από αυτά λοιπόν ας δούμε την ίδια την αλήθεια, την πίστη, τον έρωτα, και ας συλλάβουμε με τον λογισμό την μία αυτών κοινωνία. Αν όμως θέλεις, και πριν από αυτά ας θυμηθούμε ότι η αρετή που συνάγει τα διαφορετικά και αναιρεί τους μέγιστους πολέμους (εννοώ τις στάσεις εντός των πόλεων) πιστότητα(εμπιστοσύνη) την έχει αποκαλέσει∙ από αυτά η πίστη παρουσιάζεται ως αιτία ενώσεως, κοινωνίας και ηρεμίας∙ και αν σε μας υπάρχει μια τέτοια δύναμη, περισσότερο θα υπάρχει στους Θεούς. Διότι αφού σε αυτόν[8] γίνεται λόγος για μία «θεία σωφροσύνη, δικαοσύνη και επιστήμη», πως δεν θα υπάρχει σε εκείνους πίστη που συνέχει ολόκληρο τον διάκοσμο των αρετών;  Για να μιλήσουμε λοιπόν περιληπτικά, τρία είναι αυτά που συμπληρώνουν τα Θεία, τα οποία διαπερνούν πάντα τα κρείττονα γένη, αγαθότης, σοφία, κάλλος∙ τρία πάλι είναι και αυτά που συνάγουν αυτά που συμπληρώνονται, κατώτερα από εκείνα, απλωμένα όμως σε όλες τις θείες διακοσμήσεις, η πίστη, η αλήθεια και ο έρως. Και όλα μέσω αυτών σώζονται και συνάπτονται με τις πρωτουργές αιτίες, άλλα από την ερωτική μανία, άλλα από τη θεία φιλοσοφία και άλλα από την θεουργική δύναμη[9], η οποία είναι ανώτερη από κάθε ανθρώπινη σωφροσύνη και επιστήμη, συγκεντρώνοντας τα αγαθά της μαντικής και τις καθαρτικές δυνάμεις της τελεσιουργικής[10] και γενικά όλες τα ενεργήματα της ενθέου καταλήψεως.»[11]
Πρόκλος «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας» 1.109.24 – 1.113.11. —-

Καθώς και:

τριττῶν τοίνυν ἐν τοῖς νοητοῖς καὶ κρυφίοις θεοῖς ὑποστάσεων οὐσῶν καὶ τῆς μὲν πρώτης τῷ ἀγαθῷ χαρακτηριζομένης («τἀγαθὸν αὐτὸ νοοῦσα, ὅπου πατρικὴ μονάς ἐστι», τὸ λόγιόν φησι), τῆς δὲ κατὰ τὸ σοφόν, ὅπου καὶ ἡ πρώτη νόησις, τῆς δὲ κατὰ τὸ καλόν, ὅπου καὶ τὸ τῶν νοητῶν ἐστὶ κάλλιστον, ὡς ὁ τοῦ Τιμαίου λόγος, καὶ τρεῖς κατὰ ταύτας τὰς νοητὰς αἰτίας ὑφίστανται μονάδες, κατ᾽ αἰτίαν μὲν ἐν τοῖς νοητοῖς οὖσαι καὶ ἑνοειδῶς, ἐκφαινόμεναι δὲ πρώτως ἐν τῇ <ἀφθέγκτῳ> τάξει τῶν θεῶν, <πίστις> καὶ <ἀλήθεια καὶ ἔρως>· ἡ μὲν ἑδράζουσα τὰ πάντα καὶ ἐνιδρύουσα τῷ ἀγαθῷ, ἡ δὲ ἐκφαίνουσα τὴν ἐν τοῖς οὖσιν ἅπασι γνῶσιν, ὁ δὲ ἐπιστρέφων πάντα καὶ συνάγων εἰς τὴν τοῦ καλοῦ φύσιν.

Δηλαδή:
«Οι υποστάσεις στους νοητούς και κρυφίους Θεούς είναι τρεις, με τη μία να χαρακτηρίζεται από το Αγαθό («εκείνη που νοεί το Αγαθό καθαυτό, όπου είναι η πατρική μονάς», λέει το Λόγιο), την άλλη από τη σοφία, όπου και η πρώτη νόηση, και την τρίτη από το καλόν, όπου και το κάλλιστον μεταξύ των νοητών, σύμφωνα με τον λόγο του Τιμαίου∙ υπάρχουν επίσης σύμφωνα με αυτές τις νοητές αιτίες, τρεις μονάδες που κατ’ αιτίαν υπάρχουν στα νοητά και με τρόπο ενοειδώς, εκφαινόμενες πρώτα στην «άφθεγκτή» τάξη των Θεών – η «πίστη», η «αλήθεια» και ο «έρως». Η πίστη εδραιώνει και εγκαθιστά τα πάντα στο Αγαθό, η αλήθεια αποκαλύπτει την εντός όλων των όντων γνώση, και ο έρως επιστρέφει και συνάγει(συγκεντρώνει) τα πάντα στη φύση του καλού.»

—–(Πρόκλος «Εις Αλκιβιάδην» 51.8-52.2)—-

Πίστις= ὑπόληψις ὀρθὴ τοῦ οὕτως ἔχειν ὡς αὐτῷ φαίνεται· βεβαιότης ἤθους.
[Ορθή αντίληψη για το ότι τα πράγματα έχουν έτσι όπως μας φαίνονται∙ βεβαιότητα ήθους]
(Πλάτων «Όροι» ως έχουν διασωθεί εκ του Σπεύσιππου)

πίστις = ἀπόδειξις. (Λεξικό Ησυχίου)

Ἄπιστος = ὁ ἀσεβής. λέγεται δὲ καὶ ὁ μὴ πειθόμενος, ὥς φησι Πλάτων. (Λεξικό Ψευδό-Ζωναρά)

Πιστός =ἀντὶ τοῦ ἀληθής.  (Λεξικό Ψευδό-Ζωναρά)

Πιστός = ὁ εὐσεβής . (Λεξικό Σούδα)

Συγγραφέας : Γουλέτας Παναγιώτης, 19η Ποσειδεῶνος του 3-ου έτους της 696-ης Ολυμπιάδας (10/12/2011).


[1] 645.c – 648.c

[2] «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας» Δ’ 23.7

[3]Πλάτων «Κρατύλος» 405.c

[4] Πλάτων «Νόμοι» ΙΒ 945.e

[5] Πλάτων «Πολιτεία» Στ’ 508.a κ.εξ

[6] Εδώ γίνεται αναφορά για την πίστη που αναφέρει στην Πολιτεία, ως παραθέσαμε προηγουμένως.

[7] Πλάτων «Νόμοι» 730.c.1 – 730.d.2

[8] Πλάτων «Φαίδρος» 247.d-e

[9] Σχόλιο Κάκτου: οι ιεροτελεστίες(η θεουργία δηλ του αρχαίου) συνδέονται με την πίστη ως το κατεξοχήν μέσο εκδήλωσής της. Στη ρίζα μάλιστα της λέξης υπάρχει η έννοια της τελειοποίησης και έτσι θεωρούνται και το ύψιστο μέσο αναγωγής προς το θείο. Σχόλιο δικό μου: Νομίζω ότι είναι λάθος εδώ διότι σου αναφέρει για την ιεροτελεστία ότι έχει την ρίζα της λέξεως τελ-τελείωση, ενώ το αρχαίο σου αναφέρει καθαρά για θεουργία και όχι για τελετή. Η μετάφραση που κάνουν οι εκδόσεις «Κάκτος» στην θεουργία, στο κείμενο, είναι ιεροτελεστεία. Δεν θα διαφωνήσω μεν στο ότι με την θεουργία συνδέεται η πίστη, αφού μέσω αυτής, οι θεουργοί πετύχαιναν την ένωση με το αγαθό ακόμα και για τα άψυχα πράγματα όπως τα αγάλματα πχ. Θέλει όμως ψάξιμο περαιτέρω.

[10] Εδώ βλέπουμε το εξής καταπλητικό: μαντική + τελεστική = θεουργική, δηλαδή η μαντεία σε συνδυασμό με την τελεστική τέχνη μας δίνει την θεουργία!!!

[11] Πρὸς δὲ αὖ τὸ ἀγαθὸν οὐ γνώσεως ἔτι καὶ ἐνεργείας δεῖ τοῖς συναφθῆναι σπεύδουσιν, ἀλλ᾽ ἱδρύσεως καὶ μονίμου καταστάσεως καὶ ἠρεμίας. Τί οὖν ἡμᾶς ἑνώσει πρὸς αὐτό; Τί τῆς ἐνεργείας παύσει καὶ κινήσεως; Τί δὲ τὰ θεῖα πάντα [καὶ] τῇ πρωτίστῃ καὶ ἀρρήτῳ τῆς ἀγαθότητος ἑνάδι συνίστησι; Πῶς δὲ ἕκαστον ἐνιδρυμένον τῷ πρὸ αὑτοῦ κατὰ τὸ ἀγαθὸν ἐν ἑαυτῷ πάλιν ἑδράζει τὰ μεθ᾽ ἑαυτὸ κατὰ τὴν αἰτίαν; Ὡς μὲν τὸ ὅλον εἰπεῖν, τῶν θεῶν <πίστις> ἐστὶν ἡ πρὸς τὸ ἀγαθὸν ἀρρήτως ἑνίζουσα τά τε τῶν θεῶν γένη σύμπαντα καὶ δαιμόνων καὶ ψυχῶν τὰς εὐδαίμονας. Δεῖ γὰρ οὐ γνωστικῶς οὐδὲ ἀτελῶς τὸ ἀγαθὸν ἐπιζητεῖν, ἀλλ᾽ ἐπιδόντας ἑαυτοὺς τῷ θείῳ φωτὶ καὶ <μύσαντας> οὕτως ἐνιδρύεσθαι τῇ ἀγνώστῳ καὶ κρυφίῳ τῶν ὄντων ἑνάδι· τὸ γὰρ τοιοῦτον τῆς πίστεως γένος πρεσβύτερόν ἐστι τῆς γνωστικῆς ἐνεργείας, οὐκ ἐν ἡμῖν μόνον, ἀλλὰ καὶ παρ᾽ αὐτοῖς τοῖς θεοῖς, καὶ κατὰ τοῦτο πάντες οἱ θεοὶ συνήνωνται καὶ περὶ ἓν κέντρον μονοειδῶς τὰς ὅλας δυνάμεις τε καὶ προόδους αὐτῶν συνάγουσιν.   Εἰ δὲ δεῖ καὶ καθ᾽ ἕκαστον ἀφορίζεσθαι, μή μοι τὴν τοιαύτην πίστιν τῇ περὶ τὰ αἰσθητὰ πλάνῃ τὴν αὐτὴν ὑπολάβῃς· αὕτη μὲν γὰρ ἐπιστήμης ἀπολείπεται καὶ πολλῷ μᾶλλον τῆς τῶν ὄντων ἀληθείας, ἡ δέ γε τῶν θεῶν πίστις ἅπασαν ὑπεραίρει γνῶσιν καὶ κατ᾽ αὐτὴν ἄκραν τὴν ἕνωσιν συνάπτει τὰ δεύτερα τοῖς πρώτοις. Μηδ᾽ αὖ τῇ τῶν κοινῶν καλουμένων ἐννοιῶν ὁμοειδῆ τὴν νῦν ὑμνουμένην πίστιν νοήσῃς· καὶ γὰρ ταῖς κοιναῖς ἐννοίαις πρὸ παντὸς λόγου πιστεύομεν, ἀλλὰ γνῶσίς ἐστι καὶ τούτων μεριστὴ καὶ πρὸς τὴν θείαν ἕνωσιν οὐδαμῶς ἰσοστάσιος, καὶ οὐ τῆς πίστεως μόνον, ἀλλὰ καὶ τῆς νοερᾶς ἁπλότητος ἡ τούτων ἐπιστήμη δευτέρα· νοῦς γὰρ ἐπέκεινα πάσης ἐπιστήμης ἵδρυται, τῆς τε πρώτης ὁμοῦ καὶ τῆς μετ᾽ ἐκείνην. Μὴ τοίνυν μηδὲ τὴν κατὰ νοῦν ἐνέργειαν τῇ τοιαύτῃ πίστει τὴν αὐτὴν εἶναι λέγωμεν· πολυειδὴς γὰρ καὶ αὕτη καὶ δι᾽ ἑτερότητος χωριζομένη τῶν νοουμένων, καὶ ὅλως κίνησίς ἐστι νοερὰ περὶ τὸ νοητόν· δεῖ δὲ τὴν θείαν πίστιν ἑνοειδῆ καὶ ἤρεμον ὑπάρχειν, ἐν τῷ τῆς ἀγαθότητος ὅρμῳ τελείως ἱδρυνθεῖσαν. Οὔτε γὰρ τὸ καλὸν οὔτε τὸ σοφὸν οὔτε ἄλλο τῶν ὄντων οὐδὲν οὕτω πιστόν ἐστιν ἅπασι τοῖς οὖσι καὶ ἀσφαλὲς καὶ πάσης ἀμφιβολίας καὶ διῃρημένης ἐπιβολῆς καὶ κινήσεως ἐξῃρημένον ὡς τὸ ἀγαθόν. Διὰ γὰρ τοῦτο καὶ ὁ νοῦς τῆς νοερᾶς ἐνεργείας πρεσβυτέραν ἄλλην καὶ πρὸ ἐνεργείας ἕνωσιν ἀσπάζεται· καὶ ψυχὴ τὴν τοῦ νοῦ ποικιλίαν καὶ τὴν τῶν εἰδῶν ἀγλαΐαν οὐδὲν εἶναι τίθεται πρὸς τὴν τοῦ ἀγαθοῦ τῶν ὅλων ὑπεροχήν, καὶ τὸ μὲν νοεῖν ἀφίησιν εἰς τὴν ἑαυτῆς ὕπαρξιν ἀναδραμοῦσα, τὸ δὲ ἀγαθὸν ἀεὶ διώκει καὶ θηρᾷ καὶ ἐφίεται καὶ οἷον <ἐγκολπίσασθαι> σπεύδει, καὶ μόνῳ τούτῳ τῶν πάντων ἐπιδίδωσιν ἑαυτὴν ἀνενδοιάστως. Καὶ τί δεῖ τὴν ψυχὴν λέγειν; Ἀλλὰ καὶ τὰ θνητὰ ταῦτα ζῷα, καθάπερ πού φησιν ἡ Διοτίμα, πάντων ὑπερφρονεῖ τῶν ἄλλων, καὶ τῆς ζωῆς αὐτῆς καὶ τοῦ ὄντος, πόθῳ τῆς τοῦ ἀγαθοῦ φύσεως, καὶ μίαν ἅπαντα ταύτην ἀκίνητον ἔχει καὶ ἄρρητον ἔφεσιν τοῦ ἀγαθοῦ, τῶν δὲ ἄλλων ἕκαστα κἂν παρίδοι καὶ δεύτερα ποιήσαιτο καὶ ἀτιμήσειε τὴν τεῦξιν.   Εἷς οὖν οὗτος ὅρμος ἀσφαλὴς τῶν ὄντων ἁπάντων, καὶ τοῦτο μάλιστα τοῖς οὖσιν ἅπασι πιστόν. Καὶ διὰ τοῦτο δήπου καὶ ἡ πρὸς αὐτὸ συναφὴ καὶ ἕνωσις ὑπὸ τῶν θεολόγων πίστις ἀποκαλεῖται· καὶ οὐχ ὑπ᾽ ἐκείνων μόνον, ἀλλ᾽ εἰ δεῖ τὰ δοκοῦντα λέγειν, καὶ ὑπὸ τοῦ Πλάτωνος ἐν Νόμοις ἡ τῆς πίστεως ταύτης πρός τε τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸν ἔρωτα συγγένεια κεκήρυκται. Λανθάνει δὲ ἄρα τοὺς πολλοὺς ὡς οὐ ταῦτα διανοούμενος, ἐπὶ τῶν ἐναντίων τὸν λόγον ποιούμενος καὶ τὰς ἀποπτώσεις τῆς τριάδος ταύτης εἰς ταὐτὸν συνάγων. Λέγει δ᾽ οὖν καὶ αὐτὸς ἐν ἐκείνοις σαφῶς ὡς ὁ μὲν <φιλοψευδὴς ἄπιστός> ἐστιν, ὁ δὲ <ἄπιστος ἄφιλος>. Ἀναγκαῖον ἄρα καὶ τὸν μὲν φιλαλήθη πιστὸν εἶναι, τὸν δὲ πιστὸν εἰς φιλίαν εὐάρ μοστον. Ἀπὸ δὴ τούτων θεωρήσωμεν ἀλήθειαν αὐτὴν καὶ πίστιν καὶ ἔρωτα καὶ τὴν μίαν αὐτῶν κοινωνίαν αὐτῷ τῷ λογισμῷ συνέλωμεν. Εἰ δὲ βούλει, καὶ πρὸ τούτων ἀναμνησ θῶμεν ὅτι τὴν συναγωγὸν τῶν διαφερομένων ἀρετὴν καὶ τῶν μεγίστων πολέμων ἀναιρετικήν (λέγω δὲ τῶν ἐν ταῖς πόλεσι <στάσεων>) <πιστότητα> προσείρηκεν· ἑνώσεως γὰρ δὴ καὶ κοινωνίας καὶ ἠρεμίας ἐκ τούτων ἡ πίστις αἰτία καταφαίνεται· καὶ εἴπερ ἐν ἡμῖν ἐστὶ τοιαύτη τις δύναμις, πολλῷ πρότερον ἐν αὐτοῖς ἐστὶ τοῖς θεοῖς. Καὶ γὰρ ὡς <σωφροσύνη> τις θεία καὶ <δικαιοσύνη> παρ᾽ αὐτῷ λέγεται καὶ <ἐπιστήμη>, πῶς οὐχὶ καὶ πίστις ἔσται παρ᾽ ἐκείνοις ἡ τὸν ὅλον διάκοσμον συνέχουσα τῶν ἀρετῶν;   Ἵν᾽ οὖν συνελόντες εἴπωμεν, τρία μέν ἐστι τὰ πληρωτικὰ ταῦτα τῶν θείων, διὰ πάντων χωροῦντα τῶν κρειττόνων γενῶν, ἀγαθότης, σοφία, κάλλος· τρία δὲ αὖ καὶ τῶν πληρουμένων συναγωγά, δεύτερα μὲν ἐκείνων, διήκοντα δὲ εἰς πάσας τὰς θείας διακοσμήσεις, πίστις καὶ ἀλήθεια καὶ ἔρως. Σῴζεται δὲ πάντα διὰ τούτων καὶ συνάπτεται ταῖς πρωτουργοῖς αἰτίαις, τὰ μὲν διὰ τῆς ἐρωτικῆς μανίας, τὰ δὲ διὰ τῆς θείας φιλοσοφίας, τὰ δὲ διὰ τῆς θεουργικῆς δυνάμεως, ἣ κρείττων ἐστὶν ἁπάσης ἀνθρωπίνης σωφρο σύνης καὶ ἐπιστήμης, συλλαβοῦσα τά τε τῆς μαντικῆς ἀγαθὰ καὶ τὰς τῆς τελεσιουργικῆς καθαρτικὰς δυνάμεις καὶ πάντα ἁπλῶς τὰ τῆς ἐνθέου κατακωχῆς ἐνεργήματα.